Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα είσαι μαλάκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα είσαι μαλάκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Αυγούστου 12, 2009

Είμαστε πολύ πίσω τελικά...

Πριν από αρκετά χρόνια είχα δει μία εκπομπή στην τηλεόραση με φιλοξενούμενο τον συγγραφέα Χρήστο Χωμενίδη, ο οποίος υποστήριζε με κάθε σοβαρότητα ότι δεν διαβάζει ποτέ γυναίκες, γιατί οι γυναίκες δεν μπορούν να γράψουν. Απέδωσα την ατάκα στον εξυπνακισμό που χαρακτηρίζει και τα γραπτά του κειμενα, καθώς σε μια 70'ς τύπου προσπάθεια να 'σοκάρει το κοινό'.

Όμως όσο μεγαλώνω, παρατηρώ ότι τα κρούσματα αυτά δεν είναι μεμονωμένες περιπτώσεις που χαρακτηρίζουν ιδιόμορφους ανθρώπους. Είναι η mainstream άποψη, ειδικά μεταξύ μορφωμένων ανδρών ηλικίας 35-40 και άνω. Τα δικαιώματα των γυναικών και η θέση τους στην κοινωνία ήταν πάντα ένα θέμα που στην καθυστερημένη Ελλάδα προκαλεί στην καλύτερη περίπτωση θυμηδία, και αυτοί οι άνθρωποι μεγάλωσαν (ανδρώθηκαν να το πω;;) σε μια εποχή που η συζήτηση (ακαδημαϊκή και δημόσια) για τα θέματα αυτά στην Ελλάδα μόλις ξεκινούσε. Οι ανθρωποι αυτοί μεγάλωσαν ακούγοντας τις οργισμένες, υποτιμήτικές και ειρωνικές απόψεις των πατεράδων τους και άλλων φορέων εξουσίας για το θέμα της ισότητας των γυναικών.

Αυτό είναι και το αστείο με αυτούς: νομίζουν ακόμα ότι μπορούν να σοκάρουν, ή να εκνευρίσουν τις γυναίκες με επιχειρήματα που έχουν απορριφθεί ακαδημαϊκά και επιστημονικά στον υπόλοιπο κόσμο, από το 1980 τουλάχιστον. Είναι τόσο τετριμμένα αυτά που λένε, που βαριέσαι να ασχοληθείς μαζί τους. Τέτοια περίπτωση είναι και ο Κωστής Παπαγιώργης, που είναι αρκετα ενδιαφέρων κατα τ'αλλα, αλλά οι σοφίες του για τις γυναίκες, μόνο ένα συγκαταβατικό χαμόγελο μπορούν να προκαλέσουν.

Το θέμα είναι, ότι στην καθυστερημένη Ελλάδα, αυτοί οι άνθρωποι είναι ηγέτες, είναι οικογενειάρχες, είναι καθηγητές, είναι διαμορφωτές κοινής γνώμης. Και αν ίσως, ντρέπονται να βγουν και να διαλαλήσουν τον μισογυνισμό τους δημόσια (κακώς, θα έπρεπε), τον επιβάλλουν με έναν έμμεσο καθημερινό τρόπο στις φοιτήτριες τους, τις υπαλλήλους τους, τις κόρες τους. Στην δουλειά, περιμένουν ότι οι γυναίκες είναι ικανές μόνο σε ορισμένου τύπου εργασίες, και αυτές τους δίνουν. Στην οικογένεια, περιμένουν ότι τα κοριτσάκια θα κάνουν μαλαγανιές, ότι θα είναι κοκέτες, ότι θα τους αρέσει να βοηθάνε στο σπίτι, και αυτά τα μαθαίνουν να κάνουν. Στο πανεπιστήμιο και στο σχολείο τους περνάνε την ιδέα ότι είναι ικανές για συγκεκριμένου τύπου σπουδές και μαθήματα ή και ακόμα ότι δεν αξίζει να ασχοληθούν πολύ με σπουδές, γιατί στην καλύτερη περιπτωση θα έχουν μια ήσσονος σημασίας δουλειά, συμπληρωματική του κύριου εισοδήματος, που θα είναι αυτό του άντρα τους.

Και μετά είναι τόσο τυφλοί, που μιλάνε για κάποια βιολογικής προέλευσης διαφορά στις ικανότητες και τη συμπεριφορά, ή για ελεύθερη επιλογή.

Τετάρτη, Απριλίου 25, 2007

Ο καλλιεργημένος νεοέλληνας: πρόσοψη

Στο σπίτι ακούει όπερα, αλλά διασκεδάζει στα παρακμιακά μπουζουξίδικα (προσοχή, πρέπει να είναι 3ης διαλογής, αλλιώς δεν είναι αρκούντως cult).
Δηλώνει συντηρητικός, αλλά δεν έχει πρόβλημα να μιλάει για τσόντες (ούτε εγώ, να ξέρουμε τι λέμε, αλλά εγώ δε δηλώνω συντηρητική).
Θέλει να πάει να ζήσει σε ένα ειδυλλιακό χωριό και να εκτρέφει κότες, αλλά έτσι και τον βγάλεις από το Κολωνάκι, δεν ξέρει που πατάει και που βρίσκεται.
Δε συμπαθεί κανένα και προτιμάει να απομονώνεται σε μια πολυθρόνα με ένα καλό βιβλίο, αλλά όλους τους ξέρει, όλους τους κάνει παρέα και σε όλους χαμογελάει.
Νιώθει μειονεκτικά γιατί ξέρει ότι από εμφάνιση δε αξίζει και πολλά, ταυτόχρονα όμως πιστεύει ότι είναι και πολύ μεγάλο κελεπούρι.
Δε θέλει ποτέ να παντρευτεί γιατί πιστεύει ότι ο γάμος είναι μια πλεκτάνη στημένη από λυσσασμένες επίδοξες μητέρες που θέλουν να του κλέψουν το σπέρμα και να τον αναπαράξουν, αλλά πολύ θα ήθελε να κάνει έναν πλούσιο γάμο.
Δηλώνει ότι το επίπεδο του κόσμου είναι πολύ χαμηλό, αλλά ψοφάει για παραπολιτικά κουτσομπολιά, λάσπη και σκανδαλολογία.
Σέβεται το μόχθο του εργάτη, αλλά φρίττει όταν τον βλέπει μπροστά του (για αισθητικούς λόγους πάντα).
Σιχαίνεται τη δουλειά του, αλλά είναι εργασιομανής.
Δεν αντέχει τη γκρίνια, αλλά γκρινιάζει ασταμάτητα.
Θεωρεί το χρήμα πηγή όλων των κακών, αλλά του τρέχουν τα σάλια για λεφτά.
Διαλαλεί ότι θεωρεί τον εαυτό του ασήμαντο, αλλά δε σταματάει να μιλάει γι’αυτόν.
Επίσης διαθέτει: μία μισογυρισμένη ταινία (το έφαγαν τα συμφέροντα), δυο μισοτελειωμένα βιβλία (όταν τον ξαναδείς θα είναι τρία μισοτελειωμένα βιβλία) και μια μισοζωισμένη ζωή.

Σάββατο, Απριλίου 21, 2007

The truth doesn’t make a noise?

Τις προάλλες βρέθηκα σε μια παρέα που συζητούνταν διάφορα θέματα, και κάποιοι λίγο μεγαλύτεροι (γύρω στα 50) είπαν ότι ήταν 15 ετών όταν έγινε η εξέγερση του Πολυτεχνείου, ότι τα γεγονότα της εποχής είχαν κάνει τη γενιά τους πιο συνειδητοποιημένη πολιτικά κλπ. Ρωτάει λοιπόν ένας 60αρης: «Ποια εξέγερση ρε παιδιά; Μιλάτε για την επανάσταση του ‘67;» Με γνήσια απορία, δεν έκανε πλάκα ο άνθρωπος. Όχι, μιλάμε για το Πολυτεχνείο του απαντούν αυτοί. Ποιο Πολυτεχνείο λέει αυτός, αυτό δεν ήταν εξέγερση, ήταν όλα κανονισμένα και συμφωνημένα, μην τρώτε κουτόχορτο. Κανείς δεν του έφερε αντίρρηση (ως γνωστόν όλοι κομπλάρουμε όταν ακούμε για «συμφωνημένα» και «πουλημένους»), ούτε καν οι άνθρωποι που έζησαν (έστω και ως έφηβοι) αυτά τα γεγονότα. Μια κοπέλα στην ηλικία μου του είπε μάλιστα: «Αχ, τώρα μη μας χαλάτε την ψευδαίσθηση»…

Ήθελα να μιλήσω, αλλά κάποιος είπε ας μην μπλέξουμε με πολιτικά, και έμεινε εκεί το θέμα. Αναρωτιέμαι ποια είναι η ευθύνη μου όταν γίνονται τέτοιες συζητήσεις. Πρέπει να αρχίσεις να πλακώνεσαι (γιατί σε καυγά καταλήγουν κουβέντες με τέτοια άτομα) ή να το αφήσεις να περάσει έτσι; Ως άνθρωπος που φυσικά δεν έζησε το Πολυτεχνείο, αλλά που όλη μου σχεδόν η οικογένεια ήταν αναμεμιγμένη ενεργά στην αντίσταση κατά της δικτατορίας, κάποιοι δε ήταν και μέσα (καταμεσής) στην κατάληψη του Πολυτεχνείου, ένιωσα ιδιαίτερα άσχημα. Όχι γιατί υπάρχουν άνθρωποι που αμφισβητούν το γεγονός ή την αυθεντικότητα της εξέγερσης, αλλά γιατί δεν μπόρεσα να μιλήσω. Αν δε μιλήσω εγώ που τα έχω ακούσει από πρώτο χέρι, ποιος θα μιλήσει; Οι άνθρωποι που τα έζησαν από μέσα σε κάποια χρόνια θα έχουν πεθάνει ή θα έχουν παροπλιστεί. Η αλήθεια είναι ότι ένα πολύ μικρό ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού αντιστάθηκε στη χούντα, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι άνθρωποι να μην ξέρουν πολύ καλά τι έγινε τότε, κι ας μας πρήζουν κάθε φορά με την επέτειο, κι ας έχουν αναλάβει θέσεις εξουσίας άνθρωποι που ήταν (;) αντιστασιακοί, κι ας είναι η Αριστερά (;) «κυρίαρχη ιδεολογία» στην Ελλάδα.

Πέρα από ανίκανη, ένιωσα και προδότης, όχι κάποιας αφηρημένης ιστορίας, αλλά της ιστορίας της οικογένειάς μου, του πατέρα μου και της μητέρας μου. Προσπάθησα να παρηγορηθώ σκεπτόμενη ότι η κουβέντα κόπηκε πολύ γρήγορα, ότι δεν πρόκειται να αλλάξεις τα μυαλά ενός 60χρονου (προφανώς) χουντικού, αλλά δεν τα κατάφερα. Έπρεπε να είχα μιλήσει, έστω και για τους υπόλοιπους που ήταν εκεί, γιατί όταν εκφέρονται τέτοιες ακραίες και ιστορικά λανθασμένες απόψεις, πρέπει να ακούγεται ένας αντίλογος. Αν μη τι άλλο, για χάρη της αλήθειας.

Πέμπτη, Μαρτίου 08, 2007

Σαν να μην είσαι εκεί

Υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν για σένα σαν να μην είσαι εκεί.
Στο διάδρομο της δουλειάς, δύο πενηντάρηδες μεγάλοι και τρανοί περπατούν πίσω μου και συζητούν. Δεν τους ξέρω, δε με ξέρουν. Ψιτ… Γυρίζω. Κοίτα τη ρε, κάνεις ψιτ και γυρίζει. Μεταξύ τους, φωναχτά, χωρίς να με κοιτάξουν καν.
Το επόμενο δευτερόλεπτο με είχαν ξεχάσει. Είχαν επιστρέψει στα παραπολιτικά και στο he said, she said και πότε θα βγούμε στο Πρυτανείο να σε κεράσω.
Για αυτούς είσαι ένα κοριτσάκι που υπάρχει μόνο για να το κοιτάξουν και να το σχολιάσουν. Ίσως να μην τους περνάει καν από το μυαλό ότι κάτι τέτοιο ενοχλεί. Αυτοί είναι οι πενηντάρηδες της Ελλάδας: άσχημοι, φαλακροί, χοντροί με μουστάκια, γυαλιά και πίπες, νομίζουν ότι τους ανήκουν τα πάντα. Τους ανήκει ο ιδιωτικός σου χώρος, τους ανήκει η εμφάνισή σου, τους ανήκει το γύρισμα του κεφαλιού σου. Δεν είναι καν σου, είναι τους. Είσαι ένα γκομενάκι από τα πολλά που έχουν δει και έχουν πάρει -χάρη στις πολιτικές και επαγγελματικές τους γνωριμίες, γιατί χωρίς αυτά τα ατού η μοναδική γυναίκα της ζωής τους θα ήταν η εξίσου άσχημη και αντιπαθητική σύζυγός τους.
Είναι αυτοί που λένε ότι μόνο το δέρμα των εικοσάχρονων είναι αρκετά σφιχτό, είναι οι καθηγητές που πηδάνε τις φοιτήτριες τους, είναι οι γιατροί που υποτιμούν τις πελάτισσές τους, είναι οι προϊστάμενοι που στέλνουν μόνο τις γυναίκες υφισταμένους τους για φωτοτυπίες, είναι αυτοί που γράφουν ότι οι γυναίκες βάφουν κόκκινα τα χείλη τους για να μιμηθούν την όψη του αιδοίου, είναι οι γερασμένοι πρωταγωνιστές των ελληνικών σειρών και ταινιών που αιωνίως αφήνουν την νεότερή γυναίκα τους για την ακόμα νεότερη, είναι οι συγγραφείς που δηλώνουν ότι οι γυναίκες δεν ξέρουν να γράφουν, είναι οι δημοσιογράφοι που βγαίνουν στην τηλεόραση για να μας ενημερώσουν τι σκέφτονται οι γυναίκες, οι άντρες, τα παιδιά και ο κόσμος όλος. Γιατί ο κόσμος είναι δικός τους.
Είναι χειρότεροι από τον τύπο που θα σου βάλει χέρι στο λεωφορείο, γιατί αυτός τουλάχιστον ρισκάρει να ρεζιλευτεί.