Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα in the news. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα in the news. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 10, 2008

λένε για μας...

Όπως κάθε φορά που συμβαίνει κάτι σημαντικό, θετικό ή αρνητικό, ένα από τα πρώτα μελήματά μας είναι να μάθουμε ‘πως το είδαν οι ξένοι’. ‘Εγκωμιαστικά τα ξένα ΜΜΕ για την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων’ ‘Πρωτοσέλιδο σε όλα τα ξένα ΜΜΕ οι καταστροφές στην Αθήνα’. Και αντίστοιχα, ‘δικαιωθήκαμε’ ή ‘γίναμε ρεζίλι’.

Η εικόνα της Ελλάδας στα ξένα ΜΜΕ είναι σημαντική, σίγουρα, αλλά είναι κάτι που θα πρέπει να απασχολεί κυρίως τους επαγγελματίες της διπλωματίας και όχι όλο τον κόσμο, ούτε καν τα ελληνικά media.

Γιατί βιώνουμε τόσο αγχωτικά/τραυματικά την εικόνα μας στα ξένα ΜΜΕ; Στις ταραχές του 1992 στο Λος Άντζελες έγινε σμπαράλια το σύμπαν για έξι ημέρες, σκοτώθηκαν 53 άτομα, είπε κανείς ότι έγινε ρεζίλι η Αμερική; Ή ότι ξαφνικά η Αμερική έγινε αναξιόπιστος συνομιλητής, μια χώρα στην οποία δε θα πατήσει κανείς τουρίστας ή επενδυτής το πόδι του; Το ίδιο και με το Παρίσι το 2005. Άλλα είναι αυτά που κάνουν μια χώρα να κερδίζει ή να χάνει στο διεθνές στερέωμα. Και δε μιλάω για τις προσφιλείς σε όλους τους Έλληνες θεωρίες συνωμοσίας, αλλά πολύ απλά για άλλου τύπου επιδόσεις (οικονομικές, διπλωματικές, κοινωνικές, κλπ.)

Μου φαίνεται τουλάχιστον γελοίο ότι οι αναφορές των ξένων ΜΜΕ στην Ελλάδα αποτελούν με τη σειρά τους ειδήσεις στα ελληνικά ΜΜΕ και αντικείμενο συζήτησης μεταξύ παρεών. Δείχνει ένα τεράστιο σύμπλεγμα κατωτερότητας (η άλλη όψη του συμπλέγματος ανωτερότητάς μας), είναι ετεροπροσδιορισμός και φανερώνει για άλλη μια φορά την αδυναμία μας να αρθρώσουμε εμείς, ψύχραιμα, λόγο για τον εαυτό μας και τη χώρα μας.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 10, 2007

Θα μείνω με τη μάνα μου

Διαβάζω σε εφημερίδες και περιοδικά για την γενιά των 700 ευρώ. Όπως προβάλλεται από τα ελληνικά media, το κύριο διαφοροποιητικό χαρακτηριστικό των παιδιών αυτών είναι ότι μένουν με τους γονείς τους ακόμα και αφού έχουν τελειώσει τις σπουδές τους.

Και εδώ φαίνεται για ακόμα μια φορά πόσο προχειρογραμμένα και κλεμμένα από το εξωτερικό είναι τα περισσότερα άρθρα στην Ελλάδα. Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς πως το γεγονός ότι μένει κανείς με τους γονείς του και ως ενήλικας εκλαμβάνεται ως κάτι πρωτοφανές από τους Έλληνες δημοσιογράφους.

Οι περισσότεροι Έλληνες, από όλες τις κοινωνικές τάξεις και από καταβολής του ελληνικού κράτους έφευγαν από την πατρογονική εστία μόνο όταν παντρεύονταν. Ή όταν μετανάστευαν. Το μοντέλο της ανεξαρτητοποίησης από τους γονείς (μετά τα 18 ή και στον αιώνα τον άπαντα) δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην Ελλάδα, για διάφορους οικονομικούς και κυρίως κοινωνικούς λόγους. Τρανή απόδειξη, ότι ακόμα και παντρεμένοι, οι περισσότεροι μένουν σε απόσταση αναπνοής από τους γονείς τους.

Αν μη τι άλλο, το γεγονός ότι η αυτή η γενιά μένει με τους γονείς και μετά το σχολείο ή τις σπουδές, είναι από τα λίγα κοινά στοιχεία που έχει με όλες τις προηγούμενες γενιές. Στην Ελλάδα.

Τέλος πάντων. Τουλάχιστον οι δημοσιογράφοι προσάρμοσαν το ποσό στα ελληνικά δεδομένα, γιατί στην υπόλοιπη Ευρώπη ονομάζεται "η γενιά των 1000 ευρώ". Αλλά και αυτό από κάπου αλλού θα το πήραν, αποκλείεται να το σκέφτηκαν μόνοι τους οι φωστήρες.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 29, 2006

Ας γελάσω

Αντιγράφω από το Αθηνόραμα (το οποίο παρεμπιπτόντως αγαπώ ιδιαίτερα) για την ταινία Κανταχάρ: "Ο Μαχμαλμπάφ (ο σκηνοθέτης) ξεφεύγει από τα δημαγωγικά πρότυπα της αντι-ισλαμικής προπαγάνδας".

Ευτυχώς, γιατί αυτή η ανελέητη αντί-ισλαμική προπαγάνδα των ιρανικών ταινιών με κουράζει πολύ και εμένα. Νομίζω ότι και οι ίδιοι οι Ιρανοί πρέπει να έχουν βαρεθεί την αντι-ισλαμική προπαγάνδα των ταινιών αυτών και προπάντων την διαρκή, συστηματική αντί-ισλαμική προπαγάνδα που βιώνουν στην καθημερινότητά τους. Επίσης πιστεύω ότι οι Ιρανοί που γυρίζουν ταινίες που στηλιτεύουν θεοκρατικά καθεστώτα, δεν το κάνουν επειδή έτσι τα έζησαν, αλλά επειδή είναι φερέφωνα, ξέρετε ποιών.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2006

Τι να ψηφίσω η γυναίκα;

Επειδή κανένας από τους υποψηφίους δε μου γεμίζει το μάτι (συγγνώμη παιδιά) και επειδή δεν έχω κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια σε κάποιο κόμμα (απλώς σε κάποια έχω μια αντιπάθεια, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία), σκέφτηκα να δω την εκπομπή του ΑΝΤ1 η οποία διαφημιζόταν ως «το πρώτο debate των υποψήφιων δημάρχων».

Ας είμαστε λοιπόν λίγο θετικοί και ας ελπίσουμε ότι από την εκπομπή θα μάθουμε κάτι για τους υποψήφιους και το πρόγραμμά τους για την Αθήνα. Ξέρω ότι μπορώ να διαβάσω τα προγράμματα και θα το κάνω, αλλά καθότι είμαι οπτικοακουστικός τύπος προτιμώ να βλέπω και να ακούω. Εξάλλου η τηλεόραση είναι ένας χώρος όπου υποτίθεται ότι διεξάγεται δημόσιος διάλογος.

Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι ένα πεδίο στο οποίο τα πράγματα είναι απτά και συγκεκριμένα, οπότε θεώρησα αφελώς ότι οι άνθρωποι θα μιλούσαν στοχευμένα και όχι με τις γνωστές αοριστίες των εθνικών εκλογών. Γεννήθηκα και μένω στο κέντρο και γνωρίζω τα προβλήματα -τώρα ακούγομαι λίγο σαν υποψήφια, ή μου φαίνεται; Τελοσπάντων, είναι από τις περιπτώσεις όπου θα μπορούσα να ψηφίσω όχι κομματικά, αλλά πραγματικά με βάση το σχέδιο του κάθε συνδυασμού για την Αθήνα.

Δεν ξέρω ποιος είδε την εκπομπή, εγώ άντεξα για μισή ώρα, σαράντα λεπτά μάξιμουμ. Όση ώρα είδα, η συζήτηση αναλώθηκε σε μικρο-παρα-πολιτικές διαμάχες, για το είχε κάνει ο τάδε όταν ήταν υπουργός, ο δείνα όταν ήταν υφυπουργός, οι άλλοι που δεν είχαν ποτέ κάποιο πολιτικό αξίωμα, κοινώς, άλλα λόγια να αγαπιόμαστε. Κουβέντα για την Αθήνα. Τι κουβέντα, κιχ. Και σε αυτό μπορώ να πω ότι έχει κάποια ευθύνη και η δημοσιογράφος, η οποία όχι μόνο δεν προσπάθησε να κατευθύνει τη συζήτηση στο ζητούμενο, αλλά μονίμως επανερχόταν στις κομματικές αντιπαραθέσεις, στα σκάνδαλα και στην πιθανότητα πρόωρων εκλογών και γενικώς περιφερόταν με ύφος αποστασιοποιημένης πυργοδέσποινας. Δεν έχω τίποτα με τη γυναίκα, αλλά έλεος. Λύγισα όταν έβγαλαν στο τηλέφωνο τον Παπουτσή που ήθελε να διαμαρτυρηθεί για κάτι που του είχε καταλογίσει ο Κακλαμάνης.

Καληνύχτα, μεταφορικά και κυριολεκτικά.


Δευτέρα, Αυγούστου 14, 2006

Ειδήσεις

Χτες το βράδυ έβλεπα ειδήσεις και παρατήρησα κάτι: οι εκφωνητές φαίνονταν σχεδόν στενοχώρημενοι που Ισραήλ και Χεσμπολάχ δέχτηκαν το ψήφισμα του ΟΗΕ για κατάπαυση του πυρός. Επίσης έκαναν τα πάντα να μας πείσουν ότι δεν πρόκειται, δεν υπάρχει περίπτωση να ισχύσει η εκεχειρία, "σύμφωνα και με τις απόψεις των ειδικών". Οι ειδικοί ήταν ο εξής ένας, ένας πρώην διοικητής ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ στο Λίβανο, ο οποίος μάλιστα δεν έλεγε ακριβώς αυτό. Έλεγε το αυτονόητο ο άνθρωπος, ότι είναι πολύ ευαίσθητες οι ισορροπίες.

Τελοσπάντων ας πούμε ότι είναι επαγγελματικό (και ασφαλές βέβαια) να δηλώνεις δύσπιστος για τα πάντα. Μπορεί και να διαλυθεί η εκεχειρία, αλλά το θέμα δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι ότι όταν μιλούσαν για "ανελέητους βομβαρδισμούς" και "συνεχιζόμενες επιθέσεις", έλαμπαν τα μάτια τους, είχε μια ζωηράδα η φωνή τους. Όταν μιλούσαν για εκεχειρία και κατάπαυση πυρός, σαν να ατονούσε η φωνή τους, σαν να θόλωνε το βλέμα τους. Πως εξηγείται αυτό; Μια εξήγηση είναι ότι τα ελληνικά ΜΜΕ καλύπτουν θανάτους και καταστροφές με τόση λύσσα και μανία, που νομίζω ότι βρίσκουν μια σαδιστική/μαζοχιστική ικανοποίηση σε αυτό. Και όταν τους στερείς αυτή την ικανοποίηση, υποσυνείδητα προφανώς, νιώθουν μια απογοήτευση. Hate is a fascinating feeling που έλεγε και κάποιος.

Δεν θέλω να γίνω κακιά, αλλά πραγματικά αυτή είναι η εικόνα που δώσανε χτες οι εκφωνητές.

Για τέλος ένα άλλο ευτράπελο από τις ειδήσεις μας: έλεγε η εκφωνήτρια με επικριτικό ύφός "επιμένουν τα βρετανικά ΜΜΕ σε απίστευτα σενάρια τρόμου". Ενώ τα ελληνικά ΜΜΕ, σε αντίστοιχη περίπτωση, θα κρατούσαν τη γνωστή τους ψύχραιμη και υπεύθυνη στάση. Ας γελάσω!

Πέμπτη, Ιουλίου 13, 2006

Χοροστάσιο: Don’t Believe the Hype

Όποιος διάβασε το άρθρο για το Χοροστάσιο στην Athens Voice θα νομίζει ότι επρόκειτο για το κορυφαίο μαγαζί της πόλης. Η αλήθεια είναι ότι το Χοροστάσιο ήταν ένα συμπαθητικό μέρος και μια καλή προσπάθεια σε μια πόλη που τα μαγαζιά που παίζουν ροκ/alternative σπανίζουν, αλλά τίποτα παραπάνω. Η μουσική του ήταν αρκετά προβλέψιμη και mainstream, το δε κλίμα κάτι μεταξύ και είμαστε/ δεν είμαστε κυριλέ και δεν βλέπουμε και τίποτα –μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά. Για τη δικιά μου παρέα ήταν πάντα η τελευταία επιλογή, το μαγαζί αυτό που ανασύρεται στην επιφάνεια της μνήμης σου ξαφνικά, όταν δεν έχει μείνει τίποτε άλλο και λες: παιδιά, υπάρχει και το αυτό το Χοροστάσιο, πάμε εκεί; Πρόταση στην οποία η ανταπόκριση ήταν συνήθως μουγκρητά.

Τέλος πάντων, η πραγματικότητα είναι υποκειμενική και κάποιοι άνθρωποι ίσως βίωσαν το Χοροστάσιο ως κάτι συγκλονιστικό. Και δικαίωμά τους. Όχι όμως και να μας πλασάρεται το Χοροστάσιο ως η αιχμή του δόρατος της εναλλακτικής Αθήνας των 90’s.

Ωραία και σημαντικά μαγαζιά ήταν η Οκτάνα, το Mo Better στην αρχή, το Booze παλιότερα… Αυτά μπορώ να σκεφτώ τώρα. Και αυτά ήταν πραγματικά εναλλακτικά μαγαζιά, αλλά ανάθεμα αν γράψουν ποτέ τίποτα για αυτά.