Τρίτη, Νοεμβρίου 14, 2006

Μόνη στο σπίτι

Όταν έφτιαχνα το σπίτι μου, δέχτηκα την επίσκεψη πολλών και διάφορων μαστόρων. Κάποιοι ήταν ευγενικοί και σωστοί επαγγελματίες και κάποιοι άλλοι απαράδεκτοι. Ειδικά όταν ήμουν μόνη στο σπίτι, τόσο περισσότερο αυξάνονταν οι πιθανότητες να αντιμετωπίσω αδιαφορία ή άσχημη συμπεριφορά (έχω κάνει και στατιστική ανάλυση, μη νομίζετε). Ανοίγεις την πόρτα, βλέπει ο άλλος ένα κοριτσάκι (ή αυτό νομίζει ότι βλέπει) και σκέφτεται ότι αποκτά αυτομάτως την άδεια να κάνει ο,τι νομίζει. Οι πιο ανώδυνες περιπτώσεις ήταν αυτοί που με είχαν απλώς γραμμένη στα παλιά τους τα παπούτσια. Όταν προσπαθούσα να επέμβω ή να ξεκαθαρίσω κάτι, έπαιρνα ως απάντηση ενοχλημένα μουγκρητά, αόριστες απαντήσεις, ή «κοπελιά αυτό που λες δε γίνεται, γιατί έτσι». Αλλά αυτό ας πούμε ότι δεν είναι το χειρότερο, έχω κάνει και εγώ ένα φεγγάρι ως ενός είδους μάστορας (εγκαθιστούσα προγράμματα σε υπολογιστές) και όντως από ένα σημείο και μετά βαριέσαι να απαντάς σε χαζές ερωτήσεις.

Οι χειρότεροι ήταν όμως αυτοί που φέρονταν σαν να σου κάνουν χάρη που έρχονται σπίτι σου να σου πάρουν λεφτά και αυτοί που γκομένιζαν. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις ο κλειδαράς και ο τηλεορασάς (ή κεραιάς). Έρχεται λοιπόν ο κλειδαράς σπίτι μου, να εγκαταστήσει μια κλειδαριά ασφαλείας, αφού έχει φυσικά αργήσει κάνα τρίωρο και με το που μπαίνει μες το σπίτι αρχίζει τη γκρίνια: τι γειτονιά είναι αυτή, έχουν αγοράσει όλοι οι βλάχοι σπίτια και τα νοικιάζουν σε ξένους, ξέρω εγώ κοπελιά, εδώ μεγάλωσα (και εγώ μεγάλε, αλλά τι να σου λέω τώρα), τι κωλοπολυκατοικία είναι αυτή, η πόρτα σου είναι ετοιμόρροπη, γιατί νοίκιασες αυτό το κωλόσπιτο, η κλειδαριά ασφαλείας σε μάρανε, α ρε κοπελιά τι με βάζεις να κάνω. Ο άνθρωπος δε σταμάτησε να φωνάζει και να βρίζει όση ώρα ήταν εκεί, είτε σε εμένα είτε σε φίλους του στο τηλέφωνο (άσε ρε Μπάμπη γαμώ το κέρατό μου, είμαι σε ένα ερείπιο στη Βικτώρια, ναι ρε συ, θέλουν και κλειδαριά, άσε με έχω τα νεύρα μου). Επίσης είχε έρθει μεσημέρι και (τι να κάνουμε τώρα) έβγαλε το τρυπάνι και το πριόνι και έκανε ένα κολασμένο θόρυβο. Εγώ είχα βγει στο μπαλκόνι και άρχισα να τηλεφωνώ φίλες μου, με τα νεύρα τσατάλια από τις φωνές του και τη φασαρία, ελπίζοντας ότι το μαρτύριο αυτό θα τελειώσει σύντομα και δε θα γίνει επανάσταση στην πολυκατοικία. Ο τύπος είχε αυτό που λέω «σύνδρομο ταξιτζή»: δε μου αρέσει η δουλειά που κάνω και ξεσπάω πάνω σου. Τι σημασία έχει που πήρε 60 ευρώ για μιας ώρας δουλειά ενώ εγώ βγάζω τόσα με 16 ώρες δουλειά; Έπρεπε ο άνθρωπος να ξεδώσει κάπως και φυσικά το «κοριτσάκι» είναι το πιο εύκολο θύμα. Αμφιβάλλω αν του είχε ανοίξει την πόρτα κάποιος μαντράχαλος αν θα είχε την ίδια συμπεριφορά. Το κερασάκι στην τούρτα είναι ότι φυσικά δεν έκανε καλή δουλειά και η κλειδαριά αυτή έχει χαλάσει περί τις 3 φορές από τότε που την έβαλε. Γιατί τέτοιοι τύποι δεν είναι ποτέ καλοί επαγγελματίες.

Ο επόμενος κορυφαίος ήταν ο τηλεορασάς. Αφού με ρώτησε τι ζώδιο είμαι, αν μένω μόνη μου και αν έχω κάνει ποτέ ραδιόφωνο γιατί έχω ωραία φωνή, εγκατέστησε την κεραία και μετά προσφέρθηκε να μου βάλει και τα κανάλια στην τηλεόραση. Όχι, του λέω εγώ, δεν είναι ανάγκη. Μα, μου λέει, να σε βοηθήσω θέλω. ΟΚ λοιπόν. Αρχίζει να βάζει τα κανάλια, φτάνουμε και στα αναπόφευκτα τσοντοκάναλα, ο τύπος γυρνάει και με λάγνο βλέμμα με ρωτάει: Τα θες; Ε, όχι, του λέω εγώ. Ο τύπος δίνει την απίστευτη απάντηση: Σιγά ρε, τι θα πάθεις. Δηλαδή, μη μας κάνεις την παρθενοπιπίτσα. Κάθομαι λοιπόν να μου βάλει τα τσοντοκάναλα. Πριν φύγει, μου προτείνει να μου δέσει τα χέρια με καλώδια. Όχι, δεν κάνω πλάκα, ήθελε να μου «δείξει κάτι». Πως κάνει τον ναυτικό κόμπο, δεν ξέρω. Δεν μου είπε ακριβώς «Έλα να σε δέσω». Απλώς στεκόμασταν όρθιοι, αυτός με τα καλώδια στα χέρια και μου λέει: Τέντωσε τα χέρια σου μπροστά να σου δείξω ένα κόλπο. Φυσικά και είχα καταλάβει τι ήθελε να κάνει. Έφερα κάποιες αντιρρήσεις, αλλά αυτός επέμενε. Τελικά, συμφώνησα. Είναι περίεργο πως συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Νομίζω ότι ήταν ισόποσες δόσεις των παρακάτω σκέψεων: είναι ένας γελοίος τύπος που δεν πρόκειται να κάνει τίποτα κακό, αν του φέρω αντίρρηση τώρα μπορεί να θυμώσει και τέλος: δε θέλω να δείξω ότι φοβάμαι. Ήταν από τις στιγμές που νομίζεις ότι δεν είναι πραγματικές. Του προτείνω τα χέρια, μου κάνει τον ναυτικό κόμπο και μου λέει: «Χα, είδες τι έπαθες; Τώρα μπορώ να σε κάνω ό,τι θέλω». Του απαντάω εγώ: «Ναι, όντως. Πολύ έξυπνο». Και με έλυσε. Με τα πολλά κατάφερα να τον βγάλω από το σπίτι και μετά καθόμουν και κοίταζα το κενό, αναλογιζόμενη τι ακριβώς έγινε.

Θα μπορούσε να είχε συμβεί οτιδήποτε. Οτιδήποτε. Ακόμα προσπαθώ να συνειδητοποιήσω γιατί συμφώνησα σε αυτό το πράγμα. Κάποιες φορές νομίζω ότι ήταν η εξυπνότερη αντίδραση. Πραγματικά ήθελε τόσο πολύ να το κάνει, που πιστεύω ότι αν του έλεγα όχι θα είχαμε χειρότερα. Ίσως και όχι βέβαια. Σίγουρα πάντως ήταν ένα παιχνίδι εξουσίας από μέρους του. Στο οποίο εγώ πήρα το ρόλο του χαζού θύματος. Στρατηγική απόφαση δεδομένων των συνθηκών, αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι φέρθηκα σα θύμα. Σα να ήταν δικαίωμά του να κάνει αυτό που ήθελε και εγώ το μόνο που μπορούσα να κάνω είναι να ελιχθώ ανάλογα. Γι’ αυτό πιστεύω ότι πολλές γυναίκες έχουν μάθει να βλέπουν τον εαυτό τους μέσα από την επιθυμία των ανδρών -μόνο. Κάποιος έχει θέσει τους όρους του παιχνιδιού και δε σκέφτεσαι καν ότι θα μπορούσες να τους αλλάξεις. Ίσως αν ήμουν πιο δυναμική, πιο αυταρχική, ή πιο κάτι άλλο που δεν είμαι, να μπορούσα να το χειριστώ καλύτερα. Αλλά δεν είμαι και ο κόσμος είναι δύσκολος για τις γυναίκες που δεν είναι. Μέχρι να γίνω λοιπόν, ποτέ ξανά μόνη με μάστορα στο σπίτι.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 09, 2006

Μάνα Blogger

Διάβασα πρόσφατα σε ένα blog (δε θυμάμαι που, αν κάποιος το έχει δει και θυμηθεί κάτι να μου το πει να βάλω το link) ένα αστείο σχόλιο που έλεγε κάτι τέτοιο: «οι μητέρες πολλών bloggers είναι μεγάλες και δεν ξέρουν να χρησιμοποιούν το internet, με αποτέλεσμα πολλούς bloggers να μην τους ξέρει ούτε η μάνα τους».

Πετυχημένο το σχόλιο, αλλά πέραν της πλάκας άρχισα να σκέφτομαι κατά πόσο οι bloggers θα ήθελαν πραγματικά να τους ξέρει η μάνα τους.

Mπορώ να πω ότι η μητέρα μου ξέρει να πλοηγηθεί στο internet. Καταβάλαμε βέβαια αρκετή προσπάθεια, χρειάστηκε να θέσω ιδιαίτερα αυστηρούς και άκαμπτους κανόνες (αυτό το κουμπί να μην το πατάς ποτέ, μόνο έτσι θα πηγαίνεις εκεί, ό,τι σε ρωτάει ο υπολογιστής να απαντάς όχι) και τέλος χρειάστηκε να εμπλακώ και σε ετυμολογική διαμάχη: η μητέρα μου δεν μπορούσε να αποδεχτεί το γεγονός ότι λέμε «λογαριασμός email», αφού λογαριασμό έχουμε μόνο στην τράπεζα ή στον μπακάλη και «Τι εννοείς θα έχω έναν λογαριασμό με τα γράμματά μου; Είναι λάθος λέξη ο λογαριασμός. Όχι, θέλω να μου το εξηγήσεις». Τελικά το θέμα λύθηκε με τη γνωστή μέθοδο «έτσι-το-λένε-και-δεν-ξέρω-γιατί-και-ετσι-θα το-λες-και-εσυ-αφησε-με-ήσυχη-ΕΠΙΤΕΛΟΥΟΥΟΥΟΥΣ». Πάντως τα καταφέραμε και πιστεύω ότι αν της το ζητούσα, η μητέρα μου θα έμπαινε στο blog μου. Αλλά δε θα ήθελα να της το πω -ειδικά μετά από αυτό το post…!

Νομίζω ότι πολλά blogs είναι ένα πεδίο απόλυτα προσωπικής έκφρασης και αν ήξερες ότι το έβλεπε η μητέρα σου δε θα μπορούσες να είσαι τόσο ελεύθερος σε αυτά που γράφεις. Πολλοί δε θέλουν να το πουν καν σε φίλους τους ότι έχουν blog και εγώ σίγουρα δε θα ήθελα να πω σε κάποιον από τη δουλειά μου. Δε νομίζω ότι είναι κρυψίνοια ή φόβος της κριτικής. Απλώς διατηρείς τη δυνατότητα να μην αυτολογοκρίνεσαι όταν θες να πεις κάτι πολύ δικό σου.

Βέβαια αν είσαι ζωγράφος (τηρούνται οι αναλογίες, δεν είναι ανάγκη να το γράψω- ή μάλλον είναι), κάποια μέρα οι γονείς σου θα δουν τους πίνακές σου. Αλλά όχι και να τους καλέσεις στο ατελιέ την ώρα που ζωγραφίζεις. Το blog έχει το στοιχείο του έργου εν εξελίξει, δεν είναι ποτέ τελειωμένο, ίσως γι’αυτό δεν θα ήθελες ποτέ να το δείξεις στους γονείς σου.

Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2006

Knowledge is Power

Έχετε παρατηρήσει ότι υπάρχουν άτομα τα οποία διακατέχονται από μια ακατανίκητη τάση να επιδεικνύουν τις γνώσεις τους; Και να τις επιβάλλουν στην ομήγυρη; Θα πεις: «Στην Πορτογαλία κάνει πολύ ζέστη» και θα σου απαντήσουν περισπούδαστα: «Η πρωτεύουσα της Πορτογαλίας είναι η Λισσαβόνα». Υφέρπει η αίσθηση ότι εσύ δεν το ήξερες αυτό.

Κραυγαλέο το παράδειγμα, αλλά κάπως έτσι είναι τα πράγματα. Αυτά τα άτομα θα προσπαθήσουν να παρεμβάλλουν σε οποιαδήποτε συζήτηση τις γνώσεις τους, όσο ευτελείς ή άσχετες κι αν είναι. Και φυσικά αποφαίνονται με αέρα είδημονα για τα πάντα, από το ποδόσφαιρο μέχρι την πληροφορική. Όταν δεν επιδεικνύουν τις γνώσεις τους, θα σπεύσουν να διορθώσουν τα λεγόμενά σου. Δεν μπορεί, κάτι λάθος θα έχεις πει. Με υπεροπτικό ύφος σου επισημαίνουν το σφάλμα σου. Τόσο πολύ βιάζονται να επιδείξουν την ανωτερότητα των γνώσεων και των απόψεών τους, που πολλές φορές δεν περιμένουν να ολοκληρώσεις την πρότασή σου και σε έχουν ήδη διορθώσει. Άλλες φορές δεν καταλαβαίνουν ότι αστειεύεσαι (δηλαδή κάνεις ηθελημένα ένα λάθος) ή ακόμα χειρότερα, παρεξηγούν τα λεγόμενά σου, ώστε να αποκτήσουν το νόημα που τους συμφέρει συναισθηματικά, δηλαδή αυτό που θα τους κάνει να ξεπροβάλλουν και πάλι ως νικητές-αποκαταστάτες του ορθού λόγου και του δικαίου.

Τα άτομα αυτά ποτέ δεν θα παραδεχτούν ότι δεν γνωρίζουν κάτι, ούτε θα ρωτήσουν ποτέ τίποτα. Είναι ο τρόπος τους να ξεγλιστρούν από καταστάσεις όπου οι απέραντες τους γνώσεις δεν αρκούν για να τους καλύψουν. Το τάδε βιβλίο; Το έχουν διαβάσει φυσικά. Το δείνα συγκρότημα; Το γνωρίζουν βεβαίως, αλλά δεν το θεωρούν αξιόλογο. Αν τους έλεγε ο Κοπέρνικος το 1511 ότι η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο θα απαντούσαν ψύχραιμα: εννοείται.

Τρίτη, Οκτωβρίου 31, 2006

Μήνυμα από το υπερπέραν

Αυτή τη στιγμή δεν βρίσκομαι εδώ. Θα επιστρέψω μαζί με τους τελευταίους μαγαζάτορες του τέλους της σαιζόν, αφού σκουπίσω προσεκτικά την βεράντα και βάλω και εγώ το λουκέτο στην πόρτα, τυλιγμένο σε πλαστικό -για να μην σαπίσει από τη βροχή. Προς το παρόν κάνω εκδρομές, περιπάτους και παίζω ατελείωτα επιτραπέζια παιχνίδια. Τόσο σκάκι, ούτε ο Κασπάροφ. Να κέρδιζα κιόλας... Για να μην πω για το τάβλι, το τουρνουά του οποίου διεξάγεται στο τώρα πιά κατάφωτο, μέχρι πριν από μερικές εβδομάδες σκοτεινό και ύποπτο άνδρο ακολασίας του χωριού.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 20, 2006

Όχι!

Τριγυρνούσα στο διαδίκτυο ψάχνοντας κείμενα για το λεγόμενο verbal abuse και πως αντιμετωπίζεται. Βρέθηκα σε διάφορα sites ψυχολογικής βοήθειας. Πάντα μου άρεσε να διαβάσω τέτοια κείμενα ή βιβλία «αυτοβοήθειας» (λέγε με και λαϊκή ψυχολογία), σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι μπορείς να αλλάξεις κάτι στον εαυτό σου. Οι περισσότεροι τα διαβάζουν, νιώθουν να τους κατακλύζει ένα κύμα αισιοδοξίας και αυτογνωσίας και μετά δεν κάνουν τίποτα. Και εγώ το ίδιο. Τα περισσότερα είναι αμφιβόλου επιστημονικής εγκυρότητας, αλλά δεν παύουν να γοητεύουν. Κάτι σαν τα ζώδια.

Τέλος πάντων, χαμένη στο δάσος της αυτοβοήθειας, πέτυχα ένα κείμενο που είχε ως τίτλο «Are you a people pleaser?». Δεν γνωρίζω πως μεταφράζεται το people pleaser, οπότε θα το αφήσω ως έχει. Στην αρχή του κειμένου είχε ένα είδος τεστ, κάποιες δηλώσεις με τις οποίες αν συμφωνούσες, σήμαινε ότι είσαι people pleaser. Οι προτάσεις ήταν:


  • Προσπαθώ να είμαι αυτό που κάποιος άλλος θέλει να είμαι
  • Φοβάμαι τα ταράξω τα νερά
  • Αποφεύγω να εκφράσω τη γνώμη μου
  • Το βρίσκω ευκολότερο να συμφωνήσω με αυτό που θέλουν οι άλλοι
  • Φαντάζομαι ένα δυνατό άνθρωπο που θα αναλάβει τη ζωή μου και θα τη βελτιώσει
  • Δυσκολεύομαι να εκφράσω αυτό που νιώθω όταν είναι διαφορετικό από αυτό που νιώθει κάποιος κοντινός μου άνθρωπος
  • Δυσκολεύομαι να πω όχι
  • Αποφεύγω να θυμώνω
  • Δυσκολεύομαι να αναλάβω πρωτοβουλίες
  • Προτιμώ να είμαι καλός παρά να εκφράζω αυτό που νιώθω
  • Θέλω όλοι να τα πηγαίνουν καλά μεταξύ τους

Φυσικά συμφώνησα με όλες τις προτάσεις. Όταν έφτασα στο τέλος, άρχισε να με λούζει κρύος ιδρώτας. Αμάν, είμαι ένας κατάπτυστος people pleaser, ένα άβουλο και άτολμο πλάσμα, ένας αδιάφορος καθρέπτης της προσωπικότητας των άλλων. Ειδικά αυτό με τη ‘φαντασίωση του δυνατού ανθρώπου που αλλάζει τη ζωή σου’ μου στοίχισε. Καλά, μέσα στο μυαλό μου είναι; Αυτή είναι η περιγραφή του άντρα των ονείρων μου! Κάποιοι φίλοι μου θα διαφωνήσουν ότι αποφεύγω να θυμώνω, αλλά αν ήξεραν μόνο πόσο φορές θυμώνω και δεν το δείχνω…

Το κείμενο συνέχιζε ότι πρέπει να εξασκηθείς να λες όχι. Πρέπει να το λες δυνατά και μόνος σου μέσα στο σπίτι, για να συνηθίσεις τον ήχο της φωνής σου να ξεστομίζει αυτή την απαγορευμένη λέξη. Εξηγούσα σε μια φίλη μου την τελευταία τρομερή ανακάλυψη που έχω κάνει για την προσωπικότητα μου και πως πρέπει να μάθω να λέω όχι. Και μου λέει η φίλη μου: μήπως πρέπει να αρχίσεις απαντώντας όχι στις προτάσεις του τεστ;

Καταπληκτικό.

Τρίτη, Οκτωβρίου 17, 2006

Lists, lists, lists

Σήμερα συνειδητοποίησα ότι κατά καιρούς είχα κατεβάσει αρκετά μεμονωμένα rnb κομμάτια ώστε να φτιάξω ένα ξεχωριστό φάκελο για να τα βάλω. Άρχισα να τα μεταφέρω λοιπόν και τα είχα βρει όλα, εκτός από ένα σουξεδάκι του 2000, το Where My Girls At, των 702 (φωνητικό συγκρότημα στο στιλ των Destinys Child, δεν ξέρω τι απέγιναν). Έψαχνα λοιπόν, έψαχνα και άκρη δεν έβρισκα. Ήμουν σίγουρη ότι το είχα. Τελος πάντων, αποφάσισα να το ψάξω με το search των windows. Έβαλα λοιπόν να ψάχνει τραγούδια με τη λέξη girl.

Οποία έκπληξη λοιπόν, όταν ο υπολογιστής άρχισε να βγάζει όλα τα τραγούδια που είχα στον υπολογιστή μου με τη λέξη girl στον τίτλο τους.

Όπως σε όλες τις λίστες τέτοιου τύπου (όσοι ακούνε Πετρίδη φυσικά καταλαβαίνουν!!), βρήκα τα πάντα: τραγούδια που δεν ήξερα ότι είχα (Freshies…ούτε που θυμάμαι γιατί το κατέβασα αυτό, δεν γνωρίζω καν το συγκρότημα), τραγούδια που δεν είχα ακούσει ποτέ (όπως αυτό του Sonny Boy Williamson I, από μια συλλογή blues με επιλογές του Martin Scorsese) τραγούδια από δίσκους που μου άρεσαν αλλά δεν είχα προσέξει (όπως το Taste the Last Girl από τους Sons and Daughters), τραγούδια που ντρέπομαι που τα έχω κατεβάσει (The Girl With The Pearl's Hair…μα πόσο ξενέρωτη είμαι!! γι’αυτό καμιά φορά ακούω κατά λάθος Radio Gold), αγαπημένα τραγούδια (The Girl Who Lives on Heaven Hill, τι ύμνος...), αναμενόμενα (My Girl, Girl from Ipanema), πρόσφατες επιτυχίες (Bird Girl, Country Girl) και φυσικά όχι που δε θα είχαν τραγούδια με τη λέξη girl οι φίλες Huggy Bear και Bikini Kill.

Κοινώς, το ψάξιμο τραγουδιών με λέξεις-κλειδιά είναι ένας ωραίος και εύκολος τρόπος να δεις τη συλλογή σου με άλλο μάτι, να εκπλαγείς ευχάριστα (και δυσάρεστα) και να συνειδητοποιήσεις τι έχεις κατεβάσει τελικά όλα αυτά τα χρόνια. Το προτείνω ανεπιφύλακτα σε χρόνιους downloaders, ειδικά σε όσους περνάνε υπαρξιακή κρίση του τύπου «βαριέμαι να ακούσω όλα αυτά που έχω κατεβάσει, αλλά συνεχίζω να κατεβάζω σαν να μην υπάρχει αύριο».

Ακολουθεί και η λίστα με τα κορίτσα, για ιστορικούς λόγους!!




Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2006

Επ’ ευκαιρία των δημοτικών εκλογών

Ποιος έχει κουραστεί να απολογείται για τη γειτονιά του; Εγώ!!

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου έπρεπε να αντιμετωπίσω ένα μπαράζ αποριών όταν απαντούσα στην ερώτηση: που μένεις;

Το αστείο είναι ότι η περιοχή που μένω είναι λίγο γνωστή-άγνωστη: λέγεται Αγγελοπούλου και βρίσκεται μεταξύ των εξής περιοχών: Κυψέλη δυτικά, Πλατεία Αμερικής βόρεια, Πλατεία Βικτωρίας νότια και Αγ. Παντελεήμονας ανατολικά. Ως αποτέλεσμα, διάλεγα κάθε φορά και διαφορετική ονομασία για την περιοχή, αλλά τα ανασηκωμένα φρύδια δεν τα γλίτωσα ποτέ. Μόνο όταν έλεγα: ξέρεις που, εκεί που είναι το Sisley στην Πατησίων, βούλωνα κάποια στόματα. Η αίγλη του Sisley μάλλον αρκούσε για να προκαλέσει ένα μίνιμουμ αποδοχής για τη γειτονιά μου.

Τι έχω ακούσει κατά καιρούς: Ότι στην περιοχή αυτή δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις μόλις νυχτώσει (ναι, δεν βγαίνω ποτέ χωρίς το ούζι μου)…ότι θέλει γκρέμισμα (πραγματικά, πόσο άσχετος μπορεί να είσαι για να θέλεις να γκρεμίσεις μια περιοχή που είναι γεμάτη νεοκλασικά και καταπληκτικές πολυκατοικίες που χρονολογούνται από το 1920 ως το 1950, δεν ξέρω)…. ότι είναι πενταβρώμικη (όσο είναι όλη η Αθήνα)… ότι είναι γεμάτη μπουρδέλα (ε, αυτό είναι λίγο αλήθεια, αλλά δεν παύει να είναι ενοχλητικό ως πρώτιστο σχόλιο για τη γειτονία σου)…. ότι είναι άσχημη (ενώ τα προάστια μας είναι τόοοοσο ωραία και συναρπαστικά)… ότι έχει φασαρία και καυσαέριο (σε αντίθεση με τα ¾ της Αττικής)…. ότι δεν έχει πράσινο (δίπλα στο Πεδίο του Άρεως, αλλά anyway)…. ότι εκεί δεν μένουν πια Έλληνες (δεν με παρατάτε λέω εγώ -σκασίλα μου ποιος μένει)… ότι εκεί μένουν οι πιο φτωχοί Ευρωπαίοι (παιδιά, μια μικροαστική περιοχή είναι, λυπηθείτε μας)…με αποκορύφωμα την απορία: μα, γιατί μένεις εκεί;

Καμία αμφιβολία ότι η Αθήνα είναι, ως επί το πλείστον, άσχημη. Δυστυχώς, η συντριπτική πλειοψηφία των προαστίων δεν εξαιρείται από αυτήν την ασχήμια. Επίσης καμία αμφιβολία ότι αυτή η γειτονιά είναι από τις ωραίες της Αθήνας, απλώς έχει ξεπέσει. Η ομορφιά είναι, βεβαίως, υποκειμενική.

Πολλά όμως από τα αρνητικά σχόλια που λέγονται, αφορούν τις πόλεις γενικότερα. Η φασαρία, η πολυκοσμία, η έλλειψη απόλυτης καθαριότητας, οι πολλές πολυκατοικίες, τα αυτοκίνητα και η ανάμειξη διαφορετικών πληθυσμών είναι ίδιον των μεγάλων πόλεων, ακόμα και των πιο ωραίων και των πιο οργανωμένων. Όσοι λοιπόν δεν μπορούν να αντέξουν τη ζωή στη μεγάλη πόλη, μπορούν να μείνουν σε ένα προάστιο ή ένα χωριό. Εγώ δεν θα τους κακίσω. Θυμάμαι και το τραγουδάκι που μαθαίναμε στο σχολείο: «Θέλω να ζω κοντά στη φύση και το Θεό/ να βλέπω κάθε ωραία δύση/ και κάθε δειλινό». Καταλαβαίνω λοιπόν. Να με αφήσουν και αυτοί όμως ήσυχη με τα υποτιμητικά σχόλιά τους. Αρκετά.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2006

Hail to the Cliffs

Αρχειοθετώντας τις φωτογραφίες του καλοκαιριού... έπεσα σε κάποιους γκρεμούς.





Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006

The world is a stage

…and I am standing here with emptiness all around, όπως λέει και το γνωστό αγαπημένο τραγούδι.

Σε μια εβδομάδα από τώρα πρέπει να παρουσιάσω μια εργασία μου. Θα είμαι μόνη σε ένα δωμάτιο με τρεις εξεταστές, οι οποίοι υποτίθεται ότι μετά την παρουσίαση θα μου κάνουν και ερωτήσεις για την εργασία μου.

Δεν υπάρχει τίποτα που να σιχαίνομαι περισσότερο από τις παρουσιάσεις. Εντάξει, ίσως τις κατσαρίδες. Αλλά ακόμα και αυτές αντιμετωπίζονται κάπως, από τις παρουσιάσεις δεν γλιτώνεις με τίποτα. Όσες και να κάνεις, μπορεί στην πορεία να βελτιώσεις τα λεγόμενα presentation skills, αλλά από το άγχος δεν ξεφεύγεις με τίποτα.

Ακόμα και αυτή η παρουσίαση, που ουσιαστικά δεν έχει καμία σημασία και δεν θα καθορίσει τίποτα για το μέλλον μου, μου προκαλεί τρόμο. Ξυπνάω ξαφνικά το βράδυ με ορθάνοιχτα τα μάτια (ακριβώς όπως στα θρίλερ) επειδή σκέφτηκα ότι έχω ξεχάσει κάτι, ότι ίσως κάποια νούμερα δεν είναι σωστά, ότι θα με ρωτήσουν κάτι που δεν ξέρω και κοινώς ότι θα γίνω ρεζίλι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Ίσως ακριβώς το γεγονός ότι το όλο πράγμα δεν έχει καμία σημασία να μου προκαλεί ακόμα μεγαλύτερο εκνευρισμό. Ότι θα πρέπει να υποστώ μια παρωδία ακαδημαϊκής διαδικασίας, από ανθρώπους που δεν είναι καν καθηγητές σε κάποιο Πανεπιστήμιο, προκειμένου απλώς να τηρηθούν κάποια προσχήματα. Γιατί πάνω απ’όλα, είναι το φαίνεσθε.

Μέχρι να έρθει αυτή η καταραμένη στιγμή, είμαι εντελώς ανίκανη για οποιαδήποτε δραστηριότητα, πέρα από το να κάνω πρόβες και να βλέπω τηλεόραση. Μιλάμε για πολλή τηλεόραση, μέχρι και «Δύο μέρες μόνο» είδα χθες. Τι άλλο θα επακολουθήσει Θεέ μου;

Θα μπορούσα να πάω ένα ταξίδι γιατί έχω μια εβδομάδα καιρό, αλλά για κάποιο ακαθόριστο λόγο, νιώθω ότι δεν μπορώ. Ότι δεν πρέπει.

Το παρήγορο είναι βέβαια ότι οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν ακριβώς έτσι πριν από μια παρουσίαση. Μου είχε πει ένας καθηγητής Πανεπιστημίου ότι του προκαλούν τέτοιο άγχος, που σε ένα διεθνές συνέδριο, είχε κάνει λάθος την πρωτεύουσα μιας αφρικάνικης χώρας. Εντάξει, του λέω εγώ, συμβαίνουν αυτά. Ναι, μου λέει αυτός, αλλά είμαι καθηγητής Γεωγραφίας. Ουπς.

Αφού όλοι νιώθουμε έτσι, γιατί δεν καταργούμε τις παρουσιάσεις; Αν συμμετείχα ποτέ σε κάποιο κίνημα, πέρα από αυτό για την «προστασία των δικαιωμάτων των επιβαινόντων σε ταξί» (φανταστικό – θα ήθελα να το δημιουργήσω, αλλά φευ), θα ήταν η «επαναστατική κίνηση για απελευθέρωση από τις παρουσιάσεις».

ΕΚΑΠ. ΟΛΕ.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2006

Τι να ψηφίσω η γυναίκα;

Επειδή κανένας από τους υποψηφίους δε μου γεμίζει το μάτι (συγγνώμη παιδιά) και επειδή δεν έχω κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια σε κάποιο κόμμα (απλώς σε κάποια έχω μια αντιπάθεια, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία), σκέφτηκα να δω την εκπομπή του ΑΝΤ1 η οποία διαφημιζόταν ως «το πρώτο debate των υποψήφιων δημάρχων».

Ας είμαστε λοιπόν λίγο θετικοί και ας ελπίσουμε ότι από την εκπομπή θα μάθουμε κάτι για τους υποψήφιους και το πρόγραμμά τους για την Αθήνα. Ξέρω ότι μπορώ να διαβάσω τα προγράμματα και θα το κάνω, αλλά καθότι είμαι οπτικοακουστικός τύπος προτιμώ να βλέπω και να ακούω. Εξάλλου η τηλεόραση είναι ένας χώρος όπου υποτίθεται ότι διεξάγεται δημόσιος διάλογος.

Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι ένα πεδίο στο οποίο τα πράγματα είναι απτά και συγκεκριμένα, οπότε θεώρησα αφελώς ότι οι άνθρωποι θα μιλούσαν στοχευμένα και όχι με τις γνωστές αοριστίες των εθνικών εκλογών. Γεννήθηκα και μένω στο κέντρο και γνωρίζω τα προβλήματα -τώρα ακούγομαι λίγο σαν υποψήφια, ή μου φαίνεται; Τελοσπάντων, είναι από τις περιπτώσεις όπου θα μπορούσα να ψηφίσω όχι κομματικά, αλλά πραγματικά με βάση το σχέδιο του κάθε συνδυασμού για την Αθήνα.

Δεν ξέρω ποιος είδε την εκπομπή, εγώ άντεξα για μισή ώρα, σαράντα λεπτά μάξιμουμ. Όση ώρα είδα, η συζήτηση αναλώθηκε σε μικρο-παρα-πολιτικές διαμάχες, για το είχε κάνει ο τάδε όταν ήταν υπουργός, ο δείνα όταν ήταν υφυπουργός, οι άλλοι που δεν είχαν ποτέ κάποιο πολιτικό αξίωμα, κοινώς, άλλα λόγια να αγαπιόμαστε. Κουβέντα για την Αθήνα. Τι κουβέντα, κιχ. Και σε αυτό μπορώ να πω ότι έχει κάποια ευθύνη και η δημοσιογράφος, η οποία όχι μόνο δεν προσπάθησε να κατευθύνει τη συζήτηση στο ζητούμενο, αλλά μονίμως επανερχόταν στις κομματικές αντιπαραθέσεις, στα σκάνδαλα και στην πιθανότητα πρόωρων εκλογών και γενικώς περιφερόταν με ύφος αποστασιοποιημένης πυργοδέσποινας. Δεν έχω τίποτα με τη γυναίκα, αλλά έλεος. Λύγισα όταν έβγαλαν στο τηλέφωνο τον Παπουτσή που ήθελε να διαμαρτυρηθεί για κάτι που του είχε καταλογίσει ο Κακλαμάνης.

Καληνύχτα, μεταφορικά και κυριολεκτικά.


Κυριακή, Οκτωβρίου 01, 2006

Η μουσική είναι επικίνδυνη

Αυτό είπε ο Ζίζεκ στο ντοκιμαντέρ «Κινηματογραφικός οδηγός για διεσταμμένους» που είδαμε στις Νύχτες Πρεμιέρας. Αναφερόταν στο γεγονός ότι η μουσική μπορεί να χρησιμοποιηθεί για διάφορους πολιτικούς σκοπούς, θεμιτούς και μη. Το θεμιτό φυσικά ανάλογα από την οπτική γωνία του καθενός.

Η μουσική δηλαδή δεν έχει κάποια αντικειμενική, εξωτερική αξία ή κατεύθυνση πέρα από αυτή που της δίνει ο καθένας. Εξ ου και η επικινδυνότητα, ή το απρόβλεπτο, ανεξέλεγκτο της μουσικής.

Αυτό βίωσα εγώ στη συναυλία των Pearl Jam χτες, όταν τραγούδησαν το Black. Μέχρι εκείνή τη στιγμή όλα πήγαιναν καλά και ωραία, όπως ήταν αναμένομενο -και απαιτούμενο- από ένα μεγάλο συγκρότημα όπως οι Pearl Jam.

Το αναγνώρισα φυσικά από τις πρώτες νότες και περίμενα ότι απλώς θα τραγουδούσαμε όλοι μαζί άλλο ένα τραγούδι της ώριμης εφηβείας μας. Λάθος. Η προσωπική μου ιστορία με το τραγούδι με πρόλαβε. Δεν λέω κάτι ιδιαίτερα ξεχωριστό, είμαι σίγουρη για αυτό, αλλά το τραγούδι αυτό ήταν για μένα το τραγούδι του χωρισμού μου από τον πρώτο μου έρωτα. Μιλάμε για 13 χρόνια πριν και για κάποιον άνθρωπο που ως λογικό ον που είμαι, δεν σκέφτομαι καθόλου πια. Δεν ξέρω καν ποιος είναι πλέον, ή αν ζει. Τις προάλλες μάλιστα είχα συνειδητοποιήσει ότι αν τον γνώριζα τώρα, μάλλον αυτός ο άνθρωπος δε θα μου έλεγε τίποτα.

Πέραν της ψύχραιμης ανάλυσης του τώρα, τότε αυτή η κατάσταση με είχε διαλύσει. Και χωρίς μελοδραματισμούς, σίγουρα δεν έχω ξανανιώσει έτσι, απλώς μετά από κάποια χρόνια, έμαθα να ζω με αυτό. Δηλαδή κάποιοι άνθρωποι (όλοι;) ερωτεύονται τρελά μόνο μια φορά στη ζωή τους. Έξαλλου αυτά τα έντονα συναισθήματα δεν κρατάνε, αν συνέχιζε η σχέση θα γινόμασταν άλλο ένα βαρετό ζευγάρι, όλα τα γνωστά παρηγορητικά. Που φυσικά πρέπει να τα πιστέψουμε, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να ζούμε. Και που φυσικά τα έχω πιστέψει και εξακολουθώ να τα πιστεύω.

Εκτός από όταν άρχισε το Black και ξαφνικά ένιωσα ακριβώς όπως τότε. Δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας βεβιασμένης προσπάθειας να ταξιδέψω στο παρελθόν και να βυθιστώ σε αναπολήσεις, με μια γλυκειά μελαγχολία ολούθε. Ήταν ένα συναίσθημα τόσο παλιό και γνώριμο, τόσο φυσικό, ακριβώς σαν τους στίχους ενός αγαπημένου τραγουδιού, που επανέρχονται ένας προς έναν, χωρίς να θυμάσαι καν πιο είναι το τραγούδι. Ήταν ένα συναίσθημα που ήταν πάντα εκεί, που είναι πάντα εκεί. Ήμουν πάλι στο δωματιό μου, έπαιζα το δίσκο και έκλαιγα μέχρι θανάτου. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι είχα στερηθεί αυτή την ευτυχία. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι κάποιος μου έχει δείξει ότι μπορούσα να είμαι ανέλεμελη και ερωτευμένη για να το πάρει τόσο άδικα πίσω. Και άρχισα να κλαίω στη μέση της συναυλίας. Κάτι που παρεπιπτόντως σιχαίνομαι να κάνω. Γενικώς, όχι μόνο σε συναυλίες. Δεν μπορούσα να σταματήσω. Σκεφτόμουν, γιατί τώρα αυτό, τόσα χρόνια μετά; Γιατί είναι τόσο βίαιο; Γιατί δεν μπορώ να το ελέγξω;

Γι’αυτό είναι επικίνδυνη η μουσική.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 27, 2006

Με τρελαίνεις...

με τα κόμματα που βάζεις στα κείμενά μου. Είσαι τόσο συντακτικά σωστός! Κάνεις τις προτάσεις μου τόσο στογγυλές και ισορροπημένες, που δε γίνεται να μη σε ερωτευτώ.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 23, 2006

Χαμένοι στη μετάφραση

Μεταφραστική δυστοκία παρουσιάστηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας! Ήταν μάλιστα δύο τύπων: γλωσσική και διανοητική. Για να εξηγούμαι: πήγα να δω τη γιαπωνέζικη ταινία 9 Ψυχές του Τοσιάκι Τογιόντα (έτσι λέγονταν και τα αυτοκίνητα, απλώς το άλλαξαν σε Τογιότα γιατί θεωρήθηκε πιο εύηχο για τους δυτικούς καταναλωτές -δεν το ήξερα φυσικά εγώ, μου το είπε ένας φίλος μου).

Πρώτη μεταφραστική δυστοκία: υπήρξαν κάποια αστεία λάθη στους υπότιτλους… Δεν γνωρίζω γιαπωνέζικα, αλλά η ταινία είχε και αγγλικούς και ελληνικούς υπότιτλους. Το «is this your 'hood?», μεταφράστηκε «αυτή είναι η κουκούλα σου;» -καλό, δεν μπορώ να πω. Το «some people turn on you» μεταφράστηκε «μερικοί άνθρωποι σε ανάβουν», όχι τόσο αστείο όσο το άλλο, απλώς λάθος. Εντάξει, δεν θέλω να διυλίζω τον κώνωπα, αλλά είναι δυνατόν να είναι τόσο άσχετοι οι μεταφραστές;

Δεύτερη μεταφραστική δυστοκία: μετά την προβολή ο Τογιόντα θα απαντούσε σε ερωτήσεις του κοινού. Άργησε λίγο και όταν κατέφτασε η αίθουσα είχε σχεδόν αδειάσει. Βασικά χάρηκα που δεν ήταν μέσα στην προβολή γιατί η ταινία έλαβε ένα πολύ χλιαρό χειροκρότημα, ενώ ήταν πολύ καλή. Ίσως να ήταν μουδιασμένος ο κόσμος γιατί οι σκηνές του τέλους ήταν ιδιαίτερα φορτισμένες. Πάντως, όπως προείπα, ο Τογιόντα δεν ήταν μέσα στην προβολή, οπότε μου πέρασε και εμένα η στενοχώρια. Έρχεται λοιπόν ο σκηνοθέτης και όπως πάντα, στην αρχή δεν έκανε κανείς ερωτήσεις. Επικρατούσε μια απίστευτη αμηχανία, με τα 20 άτομα που είχαν μείνει στην αίθουσα να αλληλοκοιτάζονται και ο ένας να λέει στον άλλον «ρωτήστε κάτι ρε παιδία». Έχω παρατηρήσει ότι σε τέτοιες καταστάσεις, αρκεί να γίνουν οι 2-3 πρώτες ερωτήσεις και μετά ο κόσμος δεν σταματάει να ρωτάει. Το αστείο ήταν ότι όταν ξεκίνησαν οι πολύ σινεφίλ/ φιλοσοφικές ερωτήσεις, ο κακομοίρης ο διερμηνέας δεν τις καταλάβαινε καθόλου, οπότε δεν μπορούσε να τις εξηγήσει στον σκηνοθέτη. Δεν ήταν γλωσσικό το πρόβλημα, ο διερμηνέας ήταν Έλληνας. Αλλά κάποιες ερωτήσεις ήταν πολύ εξειδικευμένες. Αυτό που έγινε ήταν ότι ο δημοσιογράφος που ήταν εκεί, μετέφραζε τις ερωτήσεις σε πιο απλά νοήματα για τον διερμηνέα και ο διερμηνέας με τη σειρά του τις μετέφραζε στα γιαπωνέζικα για τον Τογιόντα. Τι κατάλαβε τώρα ο άνθρωπος από αυτά που ρωτούσαμε, ο Θεός κι η ψυχή του.

Έκανα και εγώ ερώτηση, η οποία μου βγήκε και τελείως διαφορετική από αυτό που είχα στο μυαλό μου! Σκεφτόμουν να ρωτήσω κάτι πολύ φιλοσοφημένο, όπως «τελικά δεν υπάρχει διέξοδος από τη φυλακή της ζωής μας;» και κατέληξα να ρωτήσω «τελικά αυτοί απέδρασαν ή όχι;».

Άλλη μια σκέψη χαμένη στη μετάφραση…

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 22, 2006

Fear and Loathing in Victoria

Τις προάλλες είχα πάει για καφέ με μία φίλη μου στην πλατεία Βικτωρίας, κάτω από το σπίτι μου δηλαδή. Δεν ξέρω γιατί ενώ υποτίθεται ότι μετακόμισα -εν μέρει- για να φέρνω φίλους και φίλες σπίτι, τελικά καταλήγω να τους βλέπω όλους έξω. Σχεδόν ακριβώς έξω από το σπίτι μου. Θα μπορούσα να βγω στο μπαλκόνι και να με κοιτάζω από πάνω. Κοιτά τη χαζή που χαλάει λεφτά για να πιει καφέ κάτω από το σπίτι της..

Τέλος πάντων, όταν καθίσαμε στην καφετέρια πρόσεξα έναν ηλικιωμένο κύριο που καθόταν στο βάθος. Μερικοί άνθρωποι έχουν κάτι αλλόκοτο που τραβάει το βλέμμα σου, πριν τους δεις καν. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που εκπέμπουν, πως το συλλαμβάνεις και χωρίς να το συνειδητοποιείς, γυρνάς και τους κοιτάζεις. Ήταν από αυτούς τους ανθρώπους που είναι ακριβώς στο όριο: άπλυτος, γένια μέχρι το στέρνο, βαθουλωμένα μάγουλα, αλλά αρκετά περιποιημένα ρούχα, στητή στάση και καθαρή ματιά.

Άρχισα να μιλάω με τη φίλη μου και ήμουν εντελώς απορροφημένη στη συζήτηση, όταν ένιωσα ένα χέρι στο σβέρκο μου, γύρισα τρομαγμένη και είδα τον εν λόγω κύριο να στέκεται ακριβώς από πάνω μου. «Θα μου δώσεις ένα τσιγάρο;». Σημειωτέον ότι είχε ήδη ένα πακέτο τσιγάρα στο τραπέζι του. Του εξηγώ ότι δεν έχω έτοιμο τσιγάρο, γιατί καπνίζω στριφτά. Του πρόσφερα να στρίψει αν ήθελε, αλλά αυτός ήθελε να του στρίψω εγώ ένα τσιγάρο. Τελικά συμβιβαστήκαμε με το να του δώσω μερικά χαρτάκια. Πριν φύγει με διέταξε να στρίψω ένα τσιγάρο για μένα. Γενικά έχω πρόβλημα με τους ανθρώπους που εισβάλλουν απρόσκλητοι χώρο μου και μου δίνουν και διαταγές, αλλά έκρινα ότι δεν είχε νόημα να τσακωθώ, οπότε αρνήθηκα ευγενικά. Ο καφές συνεχίστηκε με διάφορες παρεμβάσεις από τον κύριο. Πεταγόταν να μας ανάψει τα τσιγάρα, ακουμπούσε το δικό του τσιγάρο στο τραπέζι μας, παρεμβαλλόταν στη συζήτησή μας. Θυμήθηκα μια άλλη φίλη μου, η οποία πάντα έπιανε κουβέντα με όποιον περαστικό ήθελε παρέα. Έλεγε ότι δεν ήθελε να έχει φοβικές αντιδράσεις απέναντι σε αγνώστους, απλώς επειδή είναι διαφορετικοί από το μέσο όρο. Δεν ξέρω τι είναι ακριβώς φοβική αντίδραση, η αλήθεια είναι ότι εγώ ήθελα μόνο να συζητήσω με τη φίλη μου.

Κάποια στιγμή ο κύριος μας είπε ότι το μόνο τηλέφωνο που ξέρει απέξω είναι αυτό της κόρης του. Φαντάστηκα την κόρη του να σηκώνει το τηλέφωνο και να πηγαίνει να τον μαζέψει από διάφορα μέρη, να τον νοικοκυρεύει, μέχρι την επόμενη φορά. Μας είπε και για τον αδελφό του, με τον οποίο τσακώνονται γιατί του λέει ότι δεν πρέπει να ενοχλεί τους άλλους ανθρώπους όταν συζητάνε. Φαντάστηκα τους καυγάδες με τον αδελφό του, ‘γιατί δεν μπορείς να φερθείς φυσιολογικά;’. Ήταν προφανές ότι ο κύριος ήθελε κάποιον να μιλήσει μαζί του, κάποιον που δεν θα είχε κουραστεί από αυτόν. Δοκιμάσαμε λοιπόν να συζητήσουμε, αλλά με λίγη επιτυχία. Δεν ήταν και πολύ εύκολος χαρακτήρας. Μου έδωσε την εντύπωση ενός ιδιαίτερα αυταρχικού ανθρώπου, αλλά ίσως να τον είχε κάνει αυταρχικό η κατάστασή του. Ή ίσως να περιήλθε στην κατάσταση αυτή επειδή ήταν τόσο αυταρχικός. Το σίγουρο ήταν πως ήταν αλκοολικός, αφού είχε κατεβάσει 3 νεροπότηρα ουίσκι στη μιάμιση ώρα που καθίσαμε εκεί. Αλλά ούτε ο αλκοολισμός γνωρίζω αν ήταν η αιτία ή το αποτέλεσμα της κατάστασής του.

Φύγαμε και μου έμεινε η απορία. Τελικά τι έγινε εδώ; Ήμουν ο καλός άνθρωπος που κατανοεί τα προβλήματα του άλλου και του προσφέρει κάποιες στιγμές επικοινωνίας; Ήμουν ο υποχωρητικός άνθρωπος που δεν μπορεί να διεκδικήσει το πιο απλό πράγμα στον κόσμο, έναν καφέ με τη φίλη του; Το να συζητήσεις με κάποιον διαφορετικό άνθρωπο χωρίς να το θέλεις πραγματικά, είναι απόδειξη μη φοβικής στάσης, ή μήπως είναι η απόλυτα φοβική στάση;

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 20, 2006

Τι μάθαμε στον Jay-Z:


  • Ότι το καλό πράγμα αργεί….και ότι κάποιοι καλλιτέχνες, όσο και να έχουν αργήσει, όταν βγαίνουν στη σκηνή, τα ξεχνάς όλα.
  • Ότι υπάρχουν άνθρωποι στην Ελλάδα (οι πρώτες 6-7 σειρές -και κάποιοι πίσω μας) που ξέρουν όλους τους στίχους του Jay-Z και όχι μόνο. Τα παιδιά ήξεραν και όλους τους στίχους των Grandmaster Flash, του B.I.G. και δε συμμαζεύεται. Μας ξελάσπωσαν ουκ ολίγες φορές που ο Jay-Z έδινε το μικρόφωνο στο κοινό να τραγουδήσει. Μπράβο παιδιά!
  • Ότι κάποιοι άνθρωποι είναι πολύ καλοί επαγγελματίες, όπως πρέπει δηλαδή. Όταν χάλασε ο ήχος στη μέση ενός τραγουδιού και ο Jay-Z (μαζί με όλο το υπόλοιπο, πώς να το πω; συγκρότημα; crew?) κατέβηκε από τη σκηνή, μου ήρθε ένα flash-back από τους White Stripes. Πάει και αυτή η συναυλία σκέφτηκα, αυτοί οι stars είναι πριμαντόνες, προφανώς άργησε τόσο να βγει επειδή υπήρχε ήδη πρόβλημα με τον ήχο, δεν πρόκειται να ξαναεμφανιστεί τώρα. Τελικά ο άνθρωπος βγήκε και ήταν και πάρα πολύ καλός. Τώρα μη μου πείτε ότι είχε συμβόλαιο και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα ούτως ή άλλως. Τα συμβόλαια αυτά έχουν κάτι όρους του τύπου «να παίξεις 45 λεπτά τουλάχιστον». Θα μπορούσε να είχε παίξει το μίνιμουμ και να φύγει, ή να παίξει με μισή καρδία.. Αντίθετα έπαιξε μιάμιση ώρα (κανονικά δηλαδή), απτόητος και δυναμικός, παρά το γεγονός ότι ο ήχος παραλίγο να χαλάσει ξανά.
  • Να κάνουμε αυτό το σηματάκι με τα χέρια (δες φώτο), να κάνουμε bounce, να wave our hands in the air με διάφορους τρόπους, να φωνάζουμε (οι κοπέλες versus τα αγόρια, οι αριστεροί vs των δεξιών κ.α.), να χορεύουμε ασταμάτητα και να συγκινούμαστε με tributes σε αποθανόντες καλλιτέχνες (δεν το περίμενα, αλλά μου συνέβη και αυτό).
  • Ότι αν ο άλλος ραπάρει (ε, πώς να το πω τώρα – πολύ ορολογία το ραπ βρε παιδί μου) σωστά, μπορείς να καταλάβεις τι λέει. Φοβερή άρθρωση ο Jay..!
  • Ότι υπάρχουν και σοβαροί rappers...

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 18, 2006

Πόρκα Μιζέρια

Γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι συνέχεια τόσο μίζεροι; Και γιατί πρέπει να περιφέρουν τη μιζέρια τους;
Κάθονται με στραβωμένα μούτρα στη γωνία και έχουν συνέχεια πονοκέφαλο, αϋπνίες, γκρίνια, πονόκοιλο, ζαλάδες, αδιαθεσία, στενοχώρια, βαρεμάρα, ημικρανίες, μουροχαβλίαση.
Δεν τους αρέσει το μαγαζί που πήγατε, θα ήθελαν να είναι σε ένα άλλο. Αν πάτε στο άλλο, έπρεπε τελικά να είχατε μείνει στο προηγούμενο. Ό,τι και να έχουν κάνει, θα ήταν καλύτερο να είχαν κάνει κάτι άλλο. Αυτό που κάνουν τώρα -που δεν τους αρέσει- το κάνουν επειδή κάποιος άλλους τους το ζήτησε/ τους έπεισε/ τους παρέσυρε / τους μπέρδεψε.
Οι άλλοι περνάνε πάντα καλύτερα από αυτούς. Θα ήθελαν να γνωρίσουν αυτή την ωραία παρέα που περνάει τόσο καλά. Θα ήθελαν να είναι αυτή η παρέα. Να είναι κάποιοι άλλοι, κάπου αλλού. Στη χώρα που όλοι περνάνε τέλεια.
Γιατί όμως, όπου και να πάνε, όλα είναι τόσο χάλια; Γιατί υποφέρουν πάντα από διάφορες ενοχλήσεις; Γιατί όλοι τους καταπιέζουν; Γιατί όλοι τους κουράζουν; Είναι θύματα παντού: στις σχέσεις τους, στη δουλειά τους, στις φιλίες τους, στην οικογένειά τους. Όλοι τους βασανίζουν αλύπητα. Και αυτοί είναι τόσο, μα τόσο καλοί.
Μέσα στην τόση καλοσύνη τους, βέβαια, έχουν ουσιαστικά θάψει όσους ξέρουν και δεν ξέρουν. Από τη μάνα τους, μέχρι τον γκόμενό τους, τη ξαδέλφη της φίλης τους, τον λογιστή τους και τον μπακάλη της γειτονιάς τους. Όλοι αυτοί είναι κακοί, αγνώμονες άνθρωποι.
Πάνω που τους λυπάσαι, αναλογίζεσαι με τρόμο, τι θα λένε για σένα πίσω από την πλάτη σου. Το κάθε σχόλιό σου, το κάθε βλέμμα σου, είναι απλώς ένας τρόπος να τους υποτιμήσεις, να τους υποσκάψεις, να βάλεις το λιθαράκι σου στο τοίχος της δυστυχίας τους.
Καταλαβαίνεις ότι για τους μίζερους, πάντα φταίει κάποιος άλλος, και αυτός ο άλλος είσαι και εσύ. Ότι δεν είναι θύματα, αλλά ύπουλοι θύτες. Ότι είναι δεξιοτέχνες της ενοχής.
Και τότε αρχίζεις να τρέχεις μακριά και δεν ξανακοιτάς ποτέ πίσω σου.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 17, 2006

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 16, 2006

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 13, 2006

Στο μεταξύ

Τι γίνεται στο μεταξύ; Μετά το πριν και πριν το μετά; Περιμένεις να αρχίσει η καινούρια σου ζωή και όλα είναι μετέωρα. Για κάποιο λόγο ζεις την ημέρα σου αποσπασματικά, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα με αρχή και τέλος. Βρίσκεσαι σε ένα αέναο ενδιάμεσο που σε παραλύει.

The suspense is killing me. Αλλά όχι ακριβώς. Γιατί ακόμα και το suspense έχει μείνει ακίνητο, ένας πίνακας στον τοίχο που δεν προσέχεις πια. Η ζωή σου έχει μεταβληθεί σε αίθουσα αναμονής με εσένα καθισμένο ήσυχα να κοιτάς το ρολόι. Να φύγω; Όχι ακόμα. Να πάω μια βόλτα, ή θα χάσω το τρένο; Νομίζω ότι θα έρθει όπου να είναι, αλλά δεν είμαι σίγουρη. Δεν είμαι καν σίγουρη αν θέλω να ανέβω. Αλλά μέχρι να έρθει, δεν μπορώ να ξέρω. Τι μπορείς να κάνεις σε μια αίθουσα αναμονής;

Μόνο να αναβάλλεις. Όλα θα γίνουν μετά. Μόλις ξεκινήσει η καινούρια σου ζωή, θα τα κάνεις όλα. Αλλά όχι τώρα. Τώρα περιμένεις.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 11, 2006

Προσοχή: Τυποποίηση!!

Δύο ηθοποιοί, άσχετοι μεταξύ τους, εκτός από το γεγονός ότι είναι Άγγλοι, καλοί ηθοποιοί και έχουν μεταναστεύσει στην Αμερική. Ο ένας την πάτησε, ο άλλος πάει να την πατήσει. Για να δούμε τι θα γίνει...

Gary Oldman: Αυτός νομίζω έχει το φαν κλαμπ του στην Ελλάδα (όλοι οι τρελοί εδώ προκόβουν). Είχα εντυπωσιαστεί όταν τον είχα δει στο State of Grace, από τις πρώτες ταινίες που γύρισε όταν πήγε στην Αμερική, τότε που ήταν the next big thing. Στην ταινία αυτή έπαιζε τον αγαθό, λεριάρη, κακομοίρη ανθυποκακοποιό και νομίζω μόνο αυτός θα μπορούσε να κάνει έναν τέτοιο χαρακτήρα ενδιαφέρων -για να μην πω sexy. Αφού είδα το State of Grace τρεις φορές -τέτοιο σοκ είχα πάθει- είδα σχεδόν όλα τα έργα που είχε γυρίσει παλιότερα στην Αγγλία, αγαπημένα το Prick Up Your Ears και το Rozencrantz and Guilderstern Are Dead. Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις. Μετά ήρθε ο Δράκουλας, όπου τι να πούμε…Την αγαπάμε, αλλά κρίμα που η ταινία δεν ήταν τόσο καλή και πήγε χαμένη η εκπληκτική ερμηνεία του Gary. Kαι πιο μετά, τον έφαγε η παροιμοιώδης μαρμάγκα. O μόνος του πρωταγωνιστικός ρόλος σε ταινία που βλεπόταν ήταν στο Romeo is Bleeding, άντε και στο Immortal Beloved. Δεν χάθηκε, αλλά καλύτερα να χανόταν με τις αηδίες που παίζει, στις οποίες σχεδόν πάντα κάνει τον παρανοϊκό εγκληματία. Στις κάπως σοβαρές ταινίες που εμφανίζεται, αν καταφέρετε να τον αναγνωρίσετε παίρνετε βραβείο γιατί είναι πάντα παραμορφωμένος ή απίστευτα αλλαγμένος. Δηλαδή είδα και Harry Potter για χάρη του και πάλι δεν φαινόταν το πρόσωπό του. Τελευταία διαβάζω ότι είναι ρεπουμπλικάνος και υποστηρικτής του Bush.…αλλά δεν πιστεύω τις κακές γλώσσες! Υπήρξε και παντρεμένος με την Uma Therman, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται αυτό τώρα -και τότε απίστευτο ήταν μάλλον. Ή που θα παραμείνει για πάντα ο καραγκιόζης που έγινε ή που στα 60 του θα επανακάμψει με κάποιον σοβαρό ρόλο. Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία.

Clive Owen: ε, αυτός είναι ο ΘΕΟΣ. Πρέπει να είναι ότι πιο αρρενωπό έχει εμφανιστεί στον κινηματογράφο εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Και ωραίος και καλός ηθοποιός, είναι δυνατόν; Δεν ξέρω αν είναι της κλάσης του Gary, σίγουρα πάντως στο Closer και στον Κρουπιέρη έδωσε πολύ καλές ερμηνείες. Κινδυνεύει όμως να τυποποιηθεί σε ρόλους σκληρού, μυστηριώδους και αμίλητου άντρα. Δεν αναφέρω ταινίες για να μην κουράσω, αλλά όλες μετά το Closer τον χρησιμοποιούν με τον ίδιο τρόπο. Γι’ αυτό και κάποιοι -ζηλιάρηδες άνθρωποι- λένε ότι παίζει μονότονα, βαρετά, ότι είναι κρύος και άκαμπτος. Δεν είναι, αλλά αν συνεχίζει να παίζει τέτοιους ρόλους, θα γίνει. Ας ελπίσουμε στο Childen of Man να μας δείξει κάτι διαφορετικό.

Πρόσεξε παιδί μου Clive…Δες τι έπαθε ο συμπατριώτης σου ο Gary που έπαιζε συνέχεια τον ψυχοπαθή.

Α, βρήκα έναν συνδετικό κρίκο μεταξύ των δύο: Έχουν παίξει μαζί στο επεισόδιο Beat the Devil, της σειράς The Hire που γύριζαν γνωστοί σκηνοθέτες για την BMW.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 08, 2006

Βιταμίνες

Τις προάλλες ήμουν στον οφθαλμίατρο, ο οποίος κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια μου και δεν είδε τη ψυχή μου, αλλά ότι μου λείπουν βιταμίνες (από κάποιον ιστό στα μάτια που ήταν χαλαρός ή κίτρινος ή κάτι τέτοιο αηδιαστικό). Με ρωτάει λοιπόν ο γιατρός: -Παίρνεις βιταμίνες; -Ναι, λέω αθώα εγώ, τις Centrum. -Όχι παιδί μου λέει αυτός, εννοώ βιταμίνες από φρούτα και λαχανικά. -Α, τέτοιες, όχι δεν παίρνω. -Να παίρνεις και να τρως καρότα που είναι καλά για τα μάτια. -Μάλιστα γιατρέ μου.

Γιατί μισώ τα φρούτα και τα λαχανικά; Θα μπορούσα να ζήσω μια ευτυχισμένη ζωή με μπιφτέκια, μακαρόνια, τηγανητές πατάτες και παγωτά. Δεν οφείλεται στην διατροφική μου εκπαίδευση, σπίτι μου τρώγαμε εκνευριστικά σωστά. Πάντα σαλάτα με το φαγητό, πάντα φρούτο στο τέλος και μη ξεχάσω και το γαλατάκι μου -πρωί και απόγευμα. Αναψυκτικά και γλυκά, ξεχάστε τα, ήταν εξωτικά προϊόντα. Τις πταίει λοιπόν;

Επιστημονικώς πταίει το ότι οι διατροφικές συνήθειες των ανθρώπων διαμορφώθηκαν μετά από εκατομμύρια χρόνια διαβίωσης στην αφρικανική σαβάνα. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο άνθρωπος χρειαζόταν για να επιβιώσει ό,τι θεωρείται σήμερα ανθυγιεινό. Πολύ απλά, το σώμα μας ζητάει πράγματα που δεν έχει πλέον τόσο ανάγκη. Πρέπει μάλλον να περάσουν άλλα τόσα εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης για να προσαρμοστεί ανάλογα. Εντωμεταξύ, την πληρώνω εγώ.

Έχω κάνει άπειρες ανόρεχτες προσπάθειες να εντάξω τα φρούτα και τα λαχανικά στη διατροφή μου, και καταλήγω πάντα με ένα ψυγείο γεμάτο σάπια μαρούλια, αχλάδια, καρότα και άλλα συμπαθή εδώδιμα αποικιακά. Γιατί να μην φτάνει το χαπάκι με τις βιταμίνες; Και μετά σου λέει επιστήμη. Η επιστήμη με απογοήτευσε ως επιταχυντής της εξέλιξης. Και μετά σου λέει ο άνθρωπος έχει χάσει την επαφή του με το σώμα του. Μα και να θέλει να τη χάσει, δεν μπορεί...


Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 07, 2006

Closing Time

Μένω στην πλατεία Βικτωρίας. Στην πλατεία Βικτωρίας υπάρχουν πολλά μαγαζιά, Συγκεκριμένα καφετέριες και φαγάδικα, τίποτα το ιδιαίτερα συναρπαστικό δηλαδή.

Ούτε το διεφθαρμένο ή επικίνδυνο, μιλάω πάντα για πάνω στην πλατεία.

Όταν γυρίζω από την έξοδό μου, είναι συνήθως η ώρα που κλείνουν τα μαγαζιά, ή που έχουν μόλις κλείσει.

Μου αρέσει πολύ όταν βλέπω τις σκιές δύο κοριτσιών, μάλλον σερβιτόρες, που έχουν μείνει μόνες στην καφετέρια και μιλάνε με κλειστές τις πόρτες. Διακρίνω μόνο τα μαύρα προφίλ τους. Ή τα ζευγάρια που κάθονται στα άδεια τραπέζια. Ή την κυρία με στο αναπηρικό καροτσάκι, που πίνει την τελευταία της μπύρα, πάντα με έναν συνοδό.

Όσο κι αν με στενοχωρεί τα πρωινά η παρακμή της πλατείας, γεμάτη με γόπες, περιστέρια και καπάκια μπύρας, τόσο γλυκεία μου φαίνεται αυτή η τελευταία ευκαιρία για λύτρωση που δίνει κάθε βράδυ, την ώρα που κλείνουν τα μαγαζιά.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 06, 2006

I want my Woody back

Ο Woody Allen είναι από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτης, να μην πω ο αγαπημένος μου. Τις προάλλες ξαναείδα το "Love and Death", παρωδία του μυθιστορήματος "Πόλεμος και Ειρήνη". Έχει απίστευτη πλάκα αυτή η ταινία, σε μερικά σημεία τραβάει λίγο, αλλά δεν πειράζει... Τα αστεία δεν είναι μόνο έξυπνα, είναι σουρεαλιστικά, θυμίζουν λίγο αδελφούς Μαρξ.
Τελος πάντων, γιατί να μιλάω εγώ, αφού ο Woody τα λέει τόσο ωραία; Κάποιες από τις αγαπημένες μου ατάκες:

Countess Alexandrovna: My bedroom at midnight?
Boris: Perfect. Will you be there too?

Countess Alexandrovna: Would you like some wine? Something to put you in the mood?
Boris: I've been in the mood since the late 1700's.

Countess Alexandrovna: You are the greatest lover I've ever had.
Boris: Well, I practice a lot when I'm alone.

Drill Sergeant: One, two, one, two, one, two.
Boris: Three is next, if you're having any trouble.

Sonja: There are many different kinds of love, Boris. There's love between a man and a woman; between a mother and son...
Boris: Two women. Let's not forget my favorite.

Boris: Nothingness... non-existence... black emptiness...
Sonja: What did you say?
Boris: Oh, I was just planning my future.

Το καλύτερο:
Sonja: Oh don't, Boris, please. Sex without love is an empty experience.
Boris: Yes, but as empty experiences go, it's one of the best.

Και ο μονόλογος στο τέλος:
Boris: The question is have I learned anything about life. Only that human beings are divided into mind and body. The mind embraces all the nobler aspirations, like poetry and philosophy, but the body has all the fun. The important thing, I think, is not to be bitter... if it turns out that there IS a God, I don't think that he's evil. I think that the worst you can say about him is that basically he's an underachiever. After all, there are worse things in life than death. If you've ever spent an evening with an insurance salesman, you know what I'm talking about. The key is, to not think of death as an end, but as more of a very effective way to cut down on your expenses. Regarding love, heh, what can you say? It's not the quantity of your sexual relations that counts. It's the quality. On the other hand if the quantity drops below once every eight months, I would definitely look into. Well, that's about it for me folks. Goodbye

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 04, 2006

Μα καλά, μάντης είμαι;

Φυσικά και η ΕΤ τελικά δεν έδειξε το Imitation of Life, για το οποίο γράφω στο προηγούμενο post. Γιατί να το δείξει άλλωστε; Μήπως επειδή το είχε προγραμματίσει; Αλλά ποιός ασχολείται με τον προγραμματισμό, αυτά είναι ψιλά γράμματα.
Γιατί να ειδοποιήσει έστω ότι δεν θα το δείξει; Γιατί και να μιλήσει ευγενικά ο κύριος στο τηλεφωνικό κέντρο όταν παίρνεις τηλέφωνο να ρωτήσεις τι έγινε με την ταινία; Γιατί να μη σου απαντήσει "και που θες να ξέρω 'γω κυρά μου;" Μήπως επειδή πέρα από τα λεφτά που παίρνουν από τη διαφήμιση, παίρνουν και τα ωραία μας λεφτάκια από τον λογαριασμό της ΔΕΗ; Λέω τώρα, μήπως...
Σίγουρα δεν είναι το φλέγον ζήτημα της ανθρωπότητας, απλώς είναι ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατεί στο ελληνκό κράτος. Η οποία κατάσταση συνοψίζεται ως εξής: μπουρδέλο. Συγγνώμη και για τη γλώσσα μου.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 02, 2006

Melomane

Στο καλλιτεχνικό δίλημμα style or substance, o Douglas Sirk απαντάει ‘substance through style και μας αιχμαλωτίζει στον δραματικό τεχνικολόρ κόσμο του.

Κάποιοι θεωρούν τις ταινίες του Sirk σαπουνόπερες, ιλουστρασιόν σκουπίδια ή στην καλύτερη περίπτωση, ιστορικό camp.

Αυτές που είδα το καλοκαίρι στην ΕΤ1 μου φάνηκε ότι πέραν των εικαστικών επιτευγμάτων διαθέτουν και ψυχή. Εντάξει, κάποιοι χαρακτήρες είναι μονοδιάστατοι, υπάρχει μια δόση υπερβολής, αλλά ο Sirk προσεγγίζει με μεγάλη κατανόηση τους πρωταγωνιστές του και με κριτικό πνεύμα τις κοινωνικές δομές της Αμερικής του 1950.

Μου είχε κάνει εντύπωση στο All Τhat Heaven Allows (αυτό το είχα δει παλιότερα, δεν το έχει παίξει ακόμα στο αφιέρωμα) το πορτραίτο της χήρας μητέρας, τα παιδιά της οποίας θεωρούν ότι δεν πρέπει να έχει ερωτική ζωή, απλώς επειδή δεν την βλέπουν σαν γυναίκα, αλλά σαν γηραιά κυρία, η οποία πρέπει να είναι χαρούμενη με μια τηλεόραση, τις επιτυχίες των παιδιών της και να μην τους ενοχλεί και πολύ. Τέτοιες λεπτότερες πτυχές της οικογενειακής ζωής δε θυμάμαι να είχε αγγίξει ο Haynes στη διασκευή του, Far from Heaven, η οποία ήταν πιο απλοϊκό μελό κι από τον Κατήφορο.

Τέλος πάντων, το κυριακάτικο αφιέρωμα της ΕΤ1 συνεχίζεται (μετά το χουνέρι που μας έκανε με το Tarnished Angels το οποίο σταμάτησε δέκα λεπτά πριν το τέλος και για μιάμιση ώρα περίπου, δείχνοντάς μας ειδήσεις και -το χειρότερο- Φόρμουλα 1).

Αυτή την Κυριακή στις 20:50 (ο Θεός και η Δημόσια Τηλεόραση να βάλουν το χέρι τους) προβάλλεται το Imitation of Life με τη θεά Lana Turner. Θεωρείται το αριστούργημά του, οπότε μη το χάσετε!

Αν μη τι άλλο, θα είναι χάρμα οφθαλμών.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 01, 2006

Νικήσαμε την Αμερική!

Με κάτι τέτοια με πιάνουν κρίσεις αισιοδοξίας και νομίζω ότι μπορώ κι εγω να πραγματοποιήσω τα ονειρά μου, αρκεί το θέλω πραγματικα!
Μετά σκέφτομαι τι θέλω πραγματικά και εκεί αρχίζω να μπερδεύομαι παλι...

Τετάρτη, Αυγούστου 30, 2006

Η πρώτη κίνηση

Τι θα γίνει επιτέλους με αυτή την καταραμένη πρώτη κίνηση; Ποίος τη κάνει, ποιος δεν τη κάνει και γιατί;

Τα διάφορα περιοδικά -γυναικείων συμπεριλαμβανόμενων- μας κάνουν πλύση εγκεφάλου με τους άντρες που δεν υπάρχουν πια, που δεν φλερτάρουν πια. Και φυσικά ποιος φταίει για όλα αυτά; Φταίνε οι γυναίκες, που έχουν απελευθερωθεί, που βγαίνουν έξω, βγάζουν λεφτά, έχουν ευνουχίσει τους άντρες και δεν ξέρουν και αυτοί τι να κάνουν οι κακόμοιροι. Όλα αυτά στην Ελλάδα, που αρκετές γυναίκες δε δουλεύουν, όταν δουλεύουν έχουν χειρότερες και πιο χαμηλόμισθες δουλείες από τους άντρες, εκπροσωπούνται ελάχιστα στην πολιτική ζωή και η ενδο-οικογενειακή βία και το trafficking είναι σε υψηλότατα επίπεδα (δες και ΚΕΘΙ). Δεν εξετάζω ποιος φταίει, αλλά τέλος πάντων, αυτή είναι η χώρα που οι γυναίκες έχουν πάρει τα ηνία από τους άντρες και τους τρομοκρατούν με τη δύναμή τους; Που τους έχουν αφαιρέσει την αυτοπεποίθησή τους;

Πίσω από όλη αυτή την γκρίνια για τους άντρες που δεν υπάρχουν πια, μου φαίνεται ότι κρύβεται το γνωστό αξίωμα: η γυναίκα πρέπει να διαπρέπει στην ιδιωτική σφαίρα, ο άνδρας στη δημόσια. Και σου λένε μετά: μα αυτοί είναι οι φυσικοί ρόλοι. Εννοώντας αυτοί είναι οι παραδοσιακοί ρόλοι. Και βεβαίως, ότι είναι παραδοσιακό είναι τόσο καλό, πάντα. Αν η γυναίκα μείνει σπίτι, τι καλά: οι άντρες ως δια μαγείας θα ξαναγίνουν άντρες –whatever that means.

Γι’ αυτό και ανεξάρτητα από το ότι οι άντρες πλέον δεν κάνουν πια την πρώτη κίνηση, δεν πρέπει ούτε εμείς να την κάνουμε γιατί στην τελική ανάλυση, ο άντρας είναι ο κυνηγός. Μιλάμε για τον ορισμό του φαύλου κύκλου. Και νομίζω ότι συμβαίνει επειδή στην Ελλάδα υπάρχει μια επίφαση, ένα λούστρο ισότιμης μεταχείρισης, ενώ κατά βάθος Έλληνες και Ελληνίδες πιστεύουν ότι για τη γυναίκα το καλύτερο είναι να κάτσει σπίτι της, να κάνει πολλά παιδάκια και να γίνει μια χαρούμενη νοικοκυρά. Άντε να έχει και μια δουλίτσα να μη βαριέται. Και έχουμε καταλήξει να πάρουμε τα χειρότερα από τους δύο κόσμους: οι άντρες έχουν αφήσει την πρωτοβουλία στις γυναίκες (όπως ίσως γίνεται σε χώρες όπου έχουν σχεδόν απαλειφθεί οι ανισότητες), αλλά παράλληλα γυναίκες και άντρες είναι εγκλωβισμένοι στο πρότυπο άντρας=κυνηγός, γυναίκα=θήραμα, και κανείς δεν κάνει τίποτα.

Δεν έχω ζήσει πολύ στο εξωτερικό, αλλά εκεί μου φάνηκε ότι τα πράγματα είναι λίγο πιο απλά. Όχι ότι τα έχουν λύσει όλα, αλλά στο θέμα του φλερτ νομίζω ότι είναι αρκετά άνετοι. Θέλει να την πέσει η γυναίκα; Την πέφτει και σχεδόν κανείς δεν τη σχολιάζει αρνητικά, δεν τρομάζει ούτε ξενερώνει. Θέλει να την πέσει ο άντρας; Το ίδιο. Δηλαδή δεν είναι ανάγκη να το κάνουμε και ανατολικό ζήτημα ούτε να γυρίσουμε πίσω στην εποχή των σπηλαίων για να βρούμε τι είναι ωραίο και φυσικό και να πράξουμε αναλόγως. Ωραίο και φυσικό είναι αυτό που είναι λειτουργικό και προάγει τις ερωτικές σχέσεις στην κοινωνία που ζούμε σήμερα και όχι σε κάποιο εξιδανικευμένο παρελθόν.

Δευτέρα, Αυγούστου 28, 2006

Δε με ενδιαφέρει τίποτα

Δε με ενδιαφέρει το blog, δεν με ενδιαφέρουν οι υποχρεώσεις μου στη δουλειά, δεν με ενδιαφέρει η δουλειά γενικότερα. Δε με ενδιαφέρει να γίνω κάτι…

Δεν θέλω να μάθω τίποτα, να ακούσω τίποτα, να διαφωνήσω με τίποτα, να συμφωνήσω με τίποτα.

Δεν θέλω να ξαναδώ ειδήσεις, να ξαναδιαβάσω εφημερίδα, να κατεβάσω καινούρια μουσική.

Δε με ενδιαφέρει να γνωρίσω καινούριους ανθρώπους, να μάθω τι σκέφτονται οι άλλοι. Να ακούω με υπομονή όλες τις απόψεις. Να είμαι φιλική και συμπαθητική. Να ακούω βλακείες. Να ακούνε οι άλλοι βλακείες από μένα. Να πρέπει να μιλάω. Να μη μιλάω. Να λέω κάτι λάθος. Να λέω κάτι σωστό.

Να βλέπω κόσμο στα πλοία, κόσμο στις πλατείες, στο σούπερ-μαρκετ, κόσμος παντού. Μικροί και μεγάλοι, νέοι γέροι και παιδιά. Με τρίχες ή χωρίς. Πλούσιοι, φτωχοί, μικρομεσαίοι, οτιδήποτε, όλοι χάλια είναι, όμορφοι και άσχημοι. Μπαίνει ο κοιλαράς στο πλοίο χωρίς μπλούζα, γιατί; Γιατί να θέλω να βλέπω την κοιλιά του; Γιατί να βλέπω τα trendy χαϊμαλιά του δίπλα; Γιατί να περνάω από ολόκληρη πασαρέλα μεθυσμένων για να φτάσω σπίτι μου; Γιατί να ακούω τα σκυλάδικα που παίζουν στο αυτοκίνητο μπροστά στη διαπασών;

Γιατί να πρέπει να έχω καλές σχέσεις με τον προϊστάμενό μου; Με τους συναδέλφους μου; Γιατί δεν πρέπει να θυμώνω; Γιατί πρέπει να προσπαθώ να δω τα θετικά κάθε κατάστασης; Γιατί πρέπει να δικαιολογηθώ για το πώς νιώθω;

Γιατί να πρέπει να είμαι ευχαριστημένη με αυτά που έχω; Γιατί δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε την προσπάθεια; Γιατί δεν πρέπει να είμαι απαισιόδοξη; Επειδή ρίχνω τους άλλους; Και εμένα με ρίχνουν οι άλλοι.

Γιατί δεν πρέπει να μετανιώνω για τίποτα; Μετανιώνω για τα πάντα. Θέλω να μηρυκάσω στα λάθη του παρελθόντος. Θέλω να είμαι μίζερη. Θέλω να μη με ενδιαφέρει τίποτα στ'αλήθεια.

Hopelessly Devoted to You

Ας πούμε ότι κάποτε σας άρεσε κάποιος. Ας πούμε επίσης ότι είναι η περίπτωση που εσείς δεν του αρέσατε και τόσο πολύ. Το αν έχει γίνει κάτι η όχι είναι άνευ σημασίας, η ουσία είναι ότι σας άρεσε, είσασταν ερωτευμένοι και δεν υπήρξε η ανταπόκριση που επιθυμούσατε. Και το άλλο πρόσωπο γνώριζε τα αισθήματά σας.

Γιατί τα πρόσωπα αυτά υποθέτουν ότι επειδή κάποτε άρεσαν, θα αρέσουν και εις τον αιώνα τον άπαντα; Είναι απίστευτα ενοχλητικό να σε αντιμετωπίζουν σαν το αιώνιο θύμα, αλλά κάποιοι άνθρωποι είναι τόσο νάρκισσοι που τους είναι αδιανόητο ότι δεν τους γουστάρει ο κόσμος ολοκληρός και πόσο μάλλον κάποιος που έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον στο παρελθόν -όσο μακρινό κι αν είναι αυτό. Και ό,τι και να κάνεις χάνεις. Τους μιλάς; Νομίζουν ότι το κάνεις για να τους προσεγγίσεις. Δεν τους μιλάς; Το κάνεις επειδή έχεις πικαριστεί που σε απέρριψαν.

Πόσοι και πόσοι από αυτούς που μας έχουν αρέσει στο παρελθόν δεν αποδείχτηκαν στην πορεία κάτι πολύ λιγότερο από αυτό που είχαμε φανταστεί; Πόσους και πόσους τους βαριόμαστε πλέον και μας φαίνεται απίστευτο ότι κάποτε μας άρεσαν; Όχι, αυτό δεν το σκέφτονται οι συνωμοσιολόγοι νάρκισοι... Πάντα υπάρχει μια κρυφή ατζέντα πίσω από ότιδήποτε κάνεις και η ατζέντα αυτή είναι ότι ακόμα τον θέλεις σαν κολασμένη.

Πραγματικά δεν ήξερα να γελάσω ή να θυμώσω όταν τις προάλλες ήμουν σε παρέα, και κάποιος που μου άρεσε κάποτε, όταν τον ρώτησα τι έλεγε με μια φίλη μου (είχα ψιλοακούσει, έλεγε για γκόμενες) απάντησε με υπεράνω και νευρικό ύφος: τίποτα, τίποτα, άστο καλύτερα. Σημειωτέον ότι ο συγκεκριμένος, όχι μόνο μου έλεγε, αλλά με ζάλιζε κιόλας με τις λεπτομέρειες της ερωτικής του ζωής. Και ξαφνικά, από το πουθενά, έγινα η ζηλιάρα γκόμενα. Όχι, μην ακούσει τίποτα, γιατι θα κάνει σκηνή -και καλά. Η σκηνή είναι στην φαντασία του εκάστοτε νάρκισσου, και πολύ θα ήθελε να του την έκανα. Αλλά αφού δεν την κάνω, ας την φαντάζεται αυτός. Ας φέρεται ωσάν να ήταν αλήθεια.

Τρίτη, Αυγούστου 15, 2006

Adieu les enfants

Πριν φύγω για διακοπές έκανα μια εκκαθάριση στο mp3 player, δηλαδή στο κινητό μου..και από όσα είχα κατεβάσει πρόσφατα, αποφάσισα να κρατήσω μόνο τη Regina Spektor. Τη Regina μου τη σύστησε μια φίλη μου και μου έσωσε τη ζωή. Εντάξει, μην υπερβάλλουμε, πάντως μου άρεσε πολύ.

Η Regina είναι πιανίστρια/ τραγουδίστρια από τη Μόσχα -εξ' ου και κάποια ξεσπάσματα στα ρώσικα όταν τραγουδάει. Η οικογένεια της μετακόμισε στην Νέα Υόρκη όταν η Regina ήταν 9 χρονών. Δηλώνει επηρεασμένη από τη Bjork και έχει όντως ένα ιδιαίτερα ελεύθερο, ιδιοσυγκρασιακό τρόπο να τραγουδάει. Οι συνθέσεις της όμως είναι αρκετά πιο ποπ και εύκολες από της Bjork. Μοιάζει αρκετά με Fionna Apple σε πιο καμπαρέ εκδοχή. Διάβασα ότι είναι μέρος της anti-folk σκηνής της Νέας Υόρκης, θα σας γελάσω, δεν ξέρω τι είναι η anti-folk.

Η Regina πάντως είναι ό,τι πρέπει για καλοκαίρι -και όχι μόνο. Ο τελευταίος της δίσκος, το Begin to Hope, είναι πολύ πιο ώριμος από τον προηγούμενο και αν συνεχίσει έτσι θα βγάλει κάτι εξαιρετικό στο μέλλον.

Έχει τραγούδια για το November Rain (that solo's really long, but it's a pretty song), για το καλοκαίρι στην πόλη (summer in the city means cleavage, cleavage), για τον Λουδοβίκο XV (apres moi le deluge, after me comes the flood), για τα τσιγάρα (remember that time I used to smoke only camels), για τη Billie Holiday, ε, τι άλλο να ζητήσει ο άνθρωπος; Η Regina δεν είναι μόνο έξυπνοι στίχοι με ποπ αναφορές, είναι μια αλλόκοτη, καθαρά θηλυκή perfomer και μια ενδιαφέρουσα τραγουδοποιός.

Αυτά λοιπόν, φεύγω και αφήνω τη Regina στο πόδι μου μέχρι το Σεπτέμβριο!! Καλό καλοκαίρι!

Y.Γ. : Δεν προλαβαίνω να ασχοληθώ με το yousendit τώρα για να ανεβάσω τραγούδι, αλλά αν πατήσετε το link στο όνομά της, θα σας πάει στο site της, που έχει 2 videos από τον προηγούμενό της δίσκο.

Δευτέρα, Αυγούστου 14, 2006

Ειδήσεις

Χτες το βράδυ έβλεπα ειδήσεις και παρατήρησα κάτι: οι εκφωνητές φαίνονταν σχεδόν στενοχώρημενοι που Ισραήλ και Χεσμπολάχ δέχτηκαν το ψήφισμα του ΟΗΕ για κατάπαυση του πυρός. Επίσης έκαναν τα πάντα να μας πείσουν ότι δεν πρόκειται, δεν υπάρχει περίπτωση να ισχύσει η εκεχειρία, "σύμφωνα και με τις απόψεις των ειδικών". Οι ειδικοί ήταν ο εξής ένας, ένας πρώην διοικητής ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ στο Λίβανο, ο οποίος μάλιστα δεν έλεγε ακριβώς αυτό. Έλεγε το αυτονόητο ο άνθρωπος, ότι είναι πολύ ευαίσθητες οι ισορροπίες.

Τελοσπάντων ας πούμε ότι είναι επαγγελματικό (και ασφαλές βέβαια) να δηλώνεις δύσπιστος για τα πάντα. Μπορεί και να διαλυθεί η εκεχειρία, αλλά το θέμα δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι ότι όταν μιλούσαν για "ανελέητους βομβαρδισμούς" και "συνεχιζόμενες επιθέσεις", έλαμπαν τα μάτια τους, είχε μια ζωηράδα η φωνή τους. Όταν μιλούσαν για εκεχειρία και κατάπαυση πυρός, σαν να ατονούσε η φωνή τους, σαν να θόλωνε το βλέμα τους. Πως εξηγείται αυτό; Μια εξήγηση είναι ότι τα ελληνικά ΜΜΕ καλύπτουν θανάτους και καταστροφές με τόση λύσσα και μανία, που νομίζω ότι βρίσκουν μια σαδιστική/μαζοχιστική ικανοποίηση σε αυτό. Και όταν τους στερείς αυτή την ικανοποίηση, υποσυνείδητα προφανώς, νιώθουν μια απογοήτευση. Hate is a fascinating feeling που έλεγε και κάποιος.

Δεν θέλω να γίνω κακιά, αλλά πραγματικά αυτή είναι η εικόνα που δώσανε χτες οι εκφωνητές.

Για τέλος ένα άλλο ευτράπελο από τις ειδήσεις μας: έλεγε η εκφωνήτρια με επικριτικό ύφός "επιμένουν τα βρετανικά ΜΜΕ σε απίστευτα σενάρια τρόμου". Ενώ τα ελληνικά ΜΜΕ, σε αντίστοιχη περίπτωση, θα κρατούσαν τη γνωστή τους ψύχραιμη και υπεύθυνη στάση. Ας γελάσω!

Κυριακή, Αυγούστου 13, 2006

Ποιά είναι διαφορά μεταξύ του ψεύτη και του ασυνεπή;

Το αποτέλεσμα είναι σίγουρα το ίδιο: σου λέει κάποιος ότι θα κάνει το Α και τελικά κάνει το Β. Ίσως η μοναδική διαφορά να είναι στην πρόθεση, δηλαδή ο ψεύτης όταν λέει 'ναι' το ξέρει ότι εννοεί κατά βάθος 'όχι'.

Αλλά και ο χρόνια ασυνεπής, δεν έχει την αυτογνωσία να ξέρει ότι όταν λέει 'ναι', ουσιαστικά εννοεί 'ίσως'; Και αφού την έχει -γιατί πιστεύω ότι από μια ηλικία και μετά, όλοι ξέρουμε τα όριά μας- γιατί επιμένει να εξαπατά τους άλλους και τον ευατό του και να δίνει υποσχέσεις;

Οι ασυνεπείς άνθρωποι έχουν ένα μοναδικό τρόπο να διαλύουν τις ψευδαισθήσεις των άλλων. Κάθε φορά. Με τρομακτική συνέπεια.

Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2006

Τα καλοκαιρινά διλήμματα

Summertime and the living is easy σου λέει ο άλλος. Στην πραγματικότητα, βασανιστικά, βαθύτατα υπαρξιακά διλήμματα μας ταλανίζουν κάθε καλοκαίρι. Ιδού τα βασικότερα, χωρίς αξιολογική κατάταξη:

  • Να βάλω τον κλιματισμό και να δροσιστώ πραγματικά, ή να ακούσω την οικολογική μου συνείδηση και να βάλω τον ανεμιστήρα προσποιούμενη ότι δεν ζεσταίνομαι;
  • Να ακούσω Πετρίδη ή να κοιμηθώ; Βλάσφημο το δίλημμα…
  • Να πάρω γρήγορο ή συμβατικό πλοίο; Αυτό θα μπορούσε να είναι και αυτό που λέμε ρητορικό ερώτημα, μιας και σύμφωνα με τον νόμο της προς τα κάτω ισοπέδωσης, τα γρήγορα γίνονται όλο και πιο αργά, χαλάνε, αργούν και είναι απίστευτα στριμωγμένα. Που θα πάει, σε λίγο θα είναι εντελώς ίδια με τα συμβατικά –εκτός από την τιμή τους φυσικά. Οπότε ό,τι και να πάρεις, χάλια θα είναι. Μάλλον το θέμα είναι αν θέλεις να χτυπήσει το αεράκι στο κατάστρωμα ή όχι…
  • Να πάω σε ξερονήσι ή σε νησί με πράσινο; By the way και όχι επειδή είμαι από τις Κυκλάδες, αλλά γιατί το πράσινο θεωρείται αξιωματικά πιο όμορφο από την ξεραΐλα; Όχι, πείτε μου, γιατί;; Ποιος είπε πρώτος ότι τα δέντρα είναι πιο ωραία από τα βράχια και τον πιστέψανε όλοι;
  • Να πάρω μπύρα ή να συνεχίσω με καφέ; Το δίλημμα αυτό πάντα εμφανίζεται γύρω στις 8 το απόγευμα. Καλά, σε κάποιους εμφανίζεται και από τις 12 το μεσημέρι και φυσικά κάποιοι δεν μπαίνουν καν στο δίλημμα και ξυπνάνε με μια ωραιότατη μπύρα, δεν τίθεται θέμα.
  • Να βουτήξω στη θάλασσα κάνοντας έτσι το κολυμβητικό μου καθήκον ή να κάτσω κι άλλο ξαπλωμένη στην αμμουδιά όπως προστάζει η φυσική ροπή μου στην αδράνεια;
  • Να πάρω cd μαζί μου ή να αφεθώ στις ωραίες, γραφικές επιλογές του τοπικού ραδιοφώνου; Οι οποίες εντάξει, μπορεί καμιά φορά να σε εκπλήξουν ευχάριστα, παίζοντας ας πούμε το «Κιθαρίστας ή Ντράμερ» και βυθίζοντας σε έτσι σε ένα άλλο από τα άλυτα διλήμματα της ζωής σου…

Δευτέρα, Αυγούστου 07, 2006

Oh master, my master

Σήμερα κατά τύχη είδα μια ταινία της οποίας δεν γνώριζα καν την ύπαρξη. Λεγόταν «The Prime of Miss Jean Brodie» και πρωταγωνιστούσε η Maggie Smith, η οποία κέρδισε και το Όσκαρ εκείνη τη χρονιά (το 1969) για το ρόλο της. Δεν την είδα καν από την αρχή, αλλά ο διάλογος ήταν τόσο καλογραμμένος και οξυδερκής που δεν μπόρεσα καν να σηκωθώ από τη θέση μου για να ψάξω να δω στο πρόγραμμα ποια στο καλό ήταν αυτή ταινία -το Filmnet δεν έχει και διαφημίσεις.

Την είδα λοιπόν χωρίς να ξέρω απολύτως τίποτα για αυτή, πράγμα σπάνιο τη σήμερον ημέρα και τολμώ να πω πως εντυπωσιάστηκα. Χωρίς να είναι κανένα αριστούργημα η ταινία είναι μια εξαιρετική σπουδή χαρακτήρων και θίγει πάρα πολλά θέματα, όπως η σχέση μαθητή-δασκάλου, η σεξουαλική και πνευματική ελευθερία, η εξουσία και η αμφισβήτησή της. Η ιστορία είναι ότι η Jean Brodie είναι μια φιλελεύθερη δασκάλα σε ένα συντηρητικό σχολείο θηλέων στη Σκοτία του 1930. Από την αρχή της ταινίας βλέπουμε ότι η Brodie είναι φανατικά αφιερωμένη στον στόχο της διδασκαλίας, της διάπλασης του πνεύματος αν θέλετε. Πρόκειται για μια από αυτές τις δασκάλες που εντυπώνονται για πάντα στο μυαλό των εφήβων μαθητών τους: έξυπνη, αστεία, καλλιεργημένη, γοητευτική και εντελώς αντικονφορμίστρια, τόσο όσον αφορά τις μεθόδους της, όσο και σε σχέση με τα ήθη της εποχής. Ο δηλωμένος σκοπός της είναι να διδάξει στα παιδιά την καλοσύνη, την ομορφιά και την αλήθεια. Από την αρχή βέβαια φαίνονται κάποιες ρωγμές στην πανοπλία της, όπως μια σχετική αλαζονεία και η τάση της να τις πατρονάρει τις μαθήτριές της.

Στην πορεία η δεσποινίς Brodie γίνεται οπαδός του Φράνκο και της φασιστικής ιδεολογίας, την οποία θέλει να ενσταλάξει και στην τάξη της... Η αλήθεια είναι ότι πολλοί άνθρωποι της διανόησης της εποχής (κλασσικό παράδειγμα ο Ezra Pound) είχαν ενθουσιαστεί με μια ρομαντική ιδέα της δύναμης του φασισμού να αλλάξει τον κόσμο. Όπως και τώρα νομίζω πολλοί διανοούμενοι εκστασιάζονται με αντιδραστικά, αυταρχικά κινήματα επειδή θεωρούν ότι θα μας λυτρώσουν από την παρακμή του δυτικού πολιτισμού, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Το θέμα είναι ότι μετά από αυτή την αποκάλυψη και όλα όσα τραγικά επακολουθούν, έρχονται στο φως όλες οι σκοτεινές πλευρές του χαρακτήρα της δεσποινίδος Brodie: είναι ματαιόδοξη (τρομερή η έκφραση της Maggie Smith όταν καταλαβαίνει ότι έχασε το τρένο του γάμου, παρά τη αιώνια δύναμη που θεωρεί ότι ασκεί στους άντρες), αυταρχική, χειριστική και απίστευτα εγωπαθής. Παρόλα αυτά, παραμένει ένας συναρπαστικός χαρακτήρας.

Η μαθήτρια που όρθωσε το ανάστημά της εναντίον της ήταν και η καλύτερη της μαθήτρια: ήταν αυτή που είχε αφομοιώσει τα διδάγματα της Brodie για αυτονομία, δυναμισμό και ανεξάρτητο τρόπο σκέψης.

Και αυτό νομίζω ότι είναι το μεγάλο προτέρημα αυτής ταινίας: ότι δείχνει έναν πραγματικά ανθρώπινο, τρισδιάστατο χαρακτήρα, με όλες τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις που μπορεί να εμπεριέχει. Σχεδόν σε όλη την ταινία ο θεατής είναι διχασμένος σχετικά με την miss Brodie, την αντιπαθεί και την θαυμάζει ταυτόχρονα. Ακόμα και μετά το τέλος, δεν μπορείς να την αποφασίσεις εάν είναι καλή ή κακή. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, είναι και τα δύο ταυτόχρονα, αλλά ποιος θα τολμούσε τώρα να παρουσιάσει ως πρωταγωνιστή έναν τόσο πολιτικά αμφιλεγόμενο χαρακτήρα; Θα έπεφταν όλοι να τον φάνε ζωντανό στο όνομα της πολιτικής ορθότητας (που πολλά καλά έκανε, ειδικά για τις γυναίκες, αλλά αρκετά πια).

Νομίζω ότι οι μοναδικοί αμφιλεγόμενοι χαρακτήρες που δεχόμαστε πια στο σινεμά είναι οι πληρωμένοι δολοφόνοι του Ταραντίνο και αυτό γιατί δεν είναι άνθρωποι, είναι καρικατούρες ανθρώπων.

Κυριακή, Αυγούστου 06, 2006

Καινούριοι φίλοι

Οι καινούριοι φίλοι είναι δύσκολοι. Και οι παλιοί φίλοι κάποτε ήταν καινούριοι, πως τους κάναμε παλιούς; Αλλά οι πρώτες ημέρες της φιλίας μας χάνονται στα βάθη του χρόνου και εξάλλου ήμασταν πολύ μικρότεροι τότε.

Και ενώ είσαι με την ολοκαίνουρια γυαλιστερή σου φίλη και όλα πάνε τέλεια, ξαφνικά έρχεται η ρήξη. Δεν είναι απαραίτητα διαφωνία ή λογομαχία, είναι όμως το σημείο καμπής, όπου βλέπεις ότι δεν είναι και τόσο φοβερή η καινούρια σου φίλη. Ούτε κι εσύ είσαι τόσο φοβερή για αυτήν. Μέσα σε μια στιγμή σε κουράζει τόσο αφόρητα. Ως εκ θαύματος συνειδητοποιείς τον άλλον για αυτό ακριβώς που είναι και για όλα αυτά τα άπειρα εκνευριστικά χαρακτηριστικά που έχει. Τότε όλα τα σκόρπια κομμάτια συνδέονται, ναι, αυτό που σε είχε πειράξει την άλλη φορά και το είχες ξεχάσει, δεν ήταν ιδέα σου. Ήταν ένα δείγμα κάποιου μεγαλύτερου πράγματος. Σαν σε αποκαλυπτήρια αγάλματος βλέπεις πως είναι και πως θα είναι ο άλλος. Και ξέρεις ότι αυτό δεν θα αλλάξει. Το θες ή δεν το θες λοιπόν;

Τότε εμένα με πιάνει πανικός, γιατί σκέφτομαι, πως δεν το είχα καταλάβει αυτό; Μου φαίνεται απαίσιος ο άλλος και απαίσια και εγώ που τον έκανα φίλο μου. Τώρα δεν ξέρω αν θέλω να είμαστε φίλοι. Τώρα μου φαίνονται όλα, οι εξομολογήσεις, οι βόλτες, τα ξενύχτια, όλα ένα τεράστιο λάθος. Όχι, δεν ξέρω ακόμα αν τον θέλω μαζί μου και αυτή η απρόσμενη αβεβαιότητα με θλίβει.

Μα είναι τόσο δύσκολοι οι καινούριοι φίλοι.

Παρασκευή, Αυγούστου 04, 2006

Induction of Psychoneuroses by Conditioned Reflex Under Stress

My name is Harry Palmer, my name is Harry Palmer, my name is Harry Palmer …επαναλαμβάνει πυρετωδώς ο Michael Caine προκειμένου να αντισταθεί στην πλύση εγκεφάλου που υφίσταται από κακούς κομμουνιστές στο ψυχροπολεμικό θρίλερ The IPCRESS File.

Πέρα από την ψυχροπολεμική και κάπως απλοϊκή πλοκή της, η ταινία παραμένει από τις καλύτερες κατασκοπικές ταινίες που έχουν γυριστεί, κυρίως χάρη στην ατμόσφαιρά της. Ευτυχώς το φιλμ δεν εμμένει σε κάποια αντικουμμουνιστική προπαγάνδα, αφού ουσιαστικά το μοναδικό ψυχροπολεμικό στοιχείο είναι ότι οι μερικοί από τους κακούς προέρχονται από το Σιδηρούν Παραπέτασμα (ο Αρχικακός μάλιστα είναι Αλβανός, οποία πρωτοτυπία!).

Εκτός από το εθιστικό score του John Barry και τις υποβλητικές γωνίες λήψης, η ταινία διαθέτει στον ρόλο του διοπτροφόρου γκουρμέ πράκτορα και τον πιο γοητευτικό Michael Caine που έχω δει στη ζωή μου. Καμία σχέση με James Bond, ο δικός μας πράκτορας προέρχεται από τη λαική τάξη, πηγαίνει στο σούπερ-μάρκετ σαν κανονικός άνθρωπος, ζει σε μια γκαρσονιέρα και η δουλειά του εναλλάσσεται μεταξύ της βαρετής συμπλήρωσης αναφορών σε δημόσια υπηρεσία και το ελάχιστα πιο συναρπαστικό κυνήγι των υπόπτων στους δρόμους του Λονδίνου. Τίποτα ιδιαίτερα glamorous λοιπόν, ο Harry Palmer τσαλακώνεται αρκετά στην ταινία αλλά καταφέρνει να αντιμετωπίζει τα πάντα με ψυχραιμία, εξυπνάδα, μια δόση αναίδειας και καλό γούστο -πάντα. Ο Michael Caine έχει ξαναϋπάρξει ωραίος (στο Alfie) έχει ξαναϋπάρξει σκληρός (στο Get Carter φυσικά) αλλά ποτέ τόσο τρωτά cool.

Πέμπτη, Αυγούστου 03, 2006

Δεν μαύρισες! (τεθλιμμένο βλέμα)

Αν ξανακούσω αυτή την ατάκα άλλη μια φορά, το ορκίζομαι ότι θα εκραγώ. Οι εξυπνάκηδες που μου το λένε προϋποθέτουν (λανθασμένα):

1.Ότι θέλω να μαυρίσω. Πραγματικά, δεν θέλω καθόλου. Το μαύρισμά μου είναι αδιάφορο, έως και απωθητικό, ειδικά σε ανθρώπους που το έχουν παρακάνει και παίρνουν ένα πορτοκαλο-καφέ καμένο χρώμα. Φαίνεται ότι το δέρμα τους έχει υποφέρει, είναι αφυδατωμένο, ζαρωμένο και στεγνό. Επίσης δεν μου αρέσει καθόλου να κάθομαι κάτω από τον ήλιο. Δεν είναι μόνο λόγω των βλαβερών ακτίνων, απλώς ποτέ δεν μου άρεσε η ηλιοθεραπεία. Και μια είδηση για όσους θέλουν να μαυρίσουν: όσο και να προσπαθήσουν, το δέρμα τους δε θα πάρει ποτέ τη γλυκιά, στιλπνή απόχρωση που έχει το φυσικά σκούρο δέρμα.


2.Ότι μπορώ να μαυρίσω. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται ιδιαίτερη νοημοσύνη ή εμπειρία για να γνωρίζεις ότι όσοι άνθρωποι είναι ιδιαίτερα λευκοί, δεν μαυρίζουν. Στην καλύτερη περίπτωση και αν είναι πολύ προσεκτικοί, παίρνουν λίγο χρώμα, στη χειρότερη παθαίνουν εγκαύματα.

Μια τελευταία απορία: έστω οι άνθρωποι που με βλέπουν για πρώτη φορά στη ζωή τους το καλοκαίρι να έχουν αυτή την απορία. Οι άνθρωποι που με ξέρουν χρόνια και δεν με έχουν δει ποτέ των ποτών να μαυρίζω, γιατί επιμένουν να επαναλαμβάνουν αυτή την ερώτηση σαν κακοπρογραμματισμένα αυτόματα;

Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2006

To concert or not to concert?

Δεν είμαι φανατική οπαδός των Depeche Mode, αλλά το Violator είναι από τους αγαπημένους μου δίσκους -και ένας από τους καλύτερους των 90’s κατά τη γνώμη μου- οπότε όδευσα και εγώ προς το Terra Vibe χτες για να κάνω και το καθήκον μου ως μουσικόφιλος.
Στο φιλοσοφικό ερώτημα αν αξίζει τον κόπο να πηγαίνεις σε τόσο μεγάλες συναυλίες, όπου ξέρεις ότι θα ταλαιπωρηθείς αφάνταστα και μάλλον δεν θα δεις τίποτα, η απάντηση είναι ναι. Οι Depeche Mode έκαναν μια φοβερή εμφάνιση με αέρα και απόδοση μεγάλου συγκροτήματος. Ήταν πραγματικά πολύ καλύτεροι απ’ότι περίμενα, ο ήχος τους ήταν καταπληκτικός και η φωνή του τραγουδιστή σε άψογη φόρμα. Τολμώ να πω ότι στα παλιά τους μου άρεσαν περισσότερο, αλλά πάλι δεν ξέρω και καλά τα καινούρια.
Έφτασα κάπως αργά, τι κάπως δηλαδή, ακριβώς όταν βγήκαν. Γινόταν της κακομοίρας από κόσμο και επικρατούσε ένας γενικότερος εκνευρισμός καθώς διάφοροι μετακινούνταν προσπαθώντας να φτάσουν λίγο πιο μπροστά -ναι και εγώ μαζί τους, ξέρετε με την κλασσική μέθοδο: προσκολλούμαστε σε παρέα που ανοίγει δρόμο και πάμε και εμείς σαν τους κολαούζους από πίσω… Είναι κάτι που με εκνευρίζει όταν το κάνουν οι άλλοι, από την άλλη δεν μπορούσα να πιστέψω ότι δεν θα έβλεπα απολύτως τίποτα. Μη νομίζετε ότι είχα την απαίτηση να πάω μπροστά, απλώς λίγο λιγότερο πίσω..
Είναι και αυτό ένα άλλο βασανιστικό ερώτημα: μπορείς να ευχαριστηθείς μια συναυλία όταν δεν βλέπεις τίποτα; Δηλαδή σε πολλά βίντεο από τεράστια live βλέπεις τη λαοθάλασσα να χορεύει και να εκστασιάζεται και σκέφτεσαι: γιατί χαίρονται τώρα αυτοί;; θα μπορούσαν να είναι και σπίτι τους και να βλέπουν το συγκρότημα σε live στην τηλεόραση… Ξέρω, δεν είναι έτσι ακριβώς, η ατμόσφαιρα της ζωντανής παράστασης, η εμπειρία που μοιράζεσαι με χιλιάδες την ίδια στιγμή, κλπ…Still…κάτι λείπει όταν δεν βλέπεις όχι μόνο το συγκρότημα, αλλά ούτε καν τις οθόνες ή τα φώτα της σκηνής. Σε κάποια στιγμή βρεθήκαμε σε τέτοιο πήξιμο που αποφάσισα ότι δεν είχε νόημα πλέον, εφόσον δεν μπορούσα να αναπνεύσω και εξακολουθούσα να μη βλέπω. Φευ! Ο χοντρός γίγαντας πίσω μου είχε τόσο εκνευριστεί με τον κόσμο που πηγαινοερχόταν, που αφού μας έχωσε μία στα πλευρά με το κράνος που κρατούσε, δήλωσε ότι ο επόμενος που θα επιχειρήσει να κουνηθεί θα φάει κλωτσιά. Nobody moves, nobody gets hurt που λέμε. Καλά να μιλάμε εμείς οι κοντοί, να ενοχλείται ο ψηλός των 100 κιλών με τον κόσμο…Τι να κάνουμε, λουφάξαμε εκεί για λίγο, αναλογιζόμενοι το γνωστό γνωμικό, 'όποιος θέλει τα πολλά χάνει και τα λίγα' και μετά από κανά μισάωρο κάναμε τη μεγάλη έξοδο. Είναι τραγικό να μη σε αφήνουν ούτε καν να πας προς τα πίσω..μια κοπέλα έλεγε στη φίλη της να κάνει πως λιποθυμάει για να μπορέσουν να βγουν!! Αλλά τι θα ήταν οι συναυλίες χωρίς αυτές τις εμπειρίες;
Αφού πήγα λοιπόν τελείως πίσω και αφέθηκα στη μοίρα μου, χρησιμοποιώντας κατά καιρούς τα γνωστά τρικ, όπως στηρίζουμε τις φτέρνες μας σε πεταμένα μπουκάλια νερού για να ψηλώσουμε (λέγεται και νερόσολα) και βλέπουμε τη συναυλία από την κάμερα του μπροστινού, μπόρεσα να απολαύσω τη συναυλία. Η οποία ήταν πολύ καλή, δεν ξέρω αν σας το είπα!!
Υ.Γ. Δεν πολυέβλεπα τις οθόνες αλλά νομίζω ότι κυρίως προέβαλλαν διάφορες άλλες εικόνες, και αυτές που έδειχναν από τη συναυλία δεν ήταν πάντα κατατοπιστικές, π.χ. για ένα σχεδόν ολόκληρο ένα τραγούδι η κάμερα είχε κάνει ζουμ στην κιθάρα. Έλεος!! Νομίζω ότι οι οθόνες αυτές μπορεί να αποδειχθούν σωτήριες σε τέτοιες καταστάσεις και δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να εκφραστεί καλλιτεχνικά εκείνη τη στιγμή ο σκηνοθέτης (;) της συναυλίας.