Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα home alone. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα home alone. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Μαρτίου 14, 2008

To σπίτι των ονείρων σου

Ψάχνω για σπίτι εδώ και 7-8 μήνες (με αυξομειούμενη ένταση, ομολογουμένως) και έχω φτάσει σε αδιέξοδο. Δεν υπάρχει τίποτα.

Ιστορίες που έχω ακόυσει για τρομερές αγορές όπως για τύπους που χρωστούσαν στο καζίνο και πουλησαν το σπίτι τους όσο-όσο, ή για την αχτύπητη ευκαιρία που βρήκε κάποιος στρίβοντας τυχαία σε ένα στενάκι, ή για το τιπ που έδωσε ο περιπτεράς για το καταπληκτικό ρετιρέ που πουλούσε πάμθηνα πάμπλουτη γιαγιά, δεν έχουν συμβεί ακόμα σε μένα.

Αντίθετα τα περισσότερα σπίτια που βρίσκω και ακριβά είναι και έλλατώματα έχουν. Το περίφημο σπίτι που μόλις πατήσεις το πόδι σου μέσα νιώθεις ότι "ναι, αυτό είναι" δε μου έχει τύχει ακόμα.

Και αυτός είναι και ένας ακόμα λόγος για τον οποίο το να ψάχνεις σπίτι μοιάζει πολύ με το να σκέφτεσαι το γάμο. Δεν είναι τυχαίο, ότι για πολλούς σπίτι και γάμος πάνε μαζί.

Μια ζωή σου πιπιλάνε όλοι το μυαλό με το πόσο σημαντικό είναι, με το πόσο η ζωή σου θα αλλάξει αν το αποκτήσεις και με το πόσο προσεκτικά πρέπει να εξετάσεις όλους τους παράγοντες πριν κάνεις το μεγάλο βήμα.

Όταν (φυσικά με τέτοιες απαιτήσεις) δυσκολεύεσαι να αποφασίσεις, αρχίζει να περνάει ο χρόνος -και να αυξάνεται το πρήξιμο, οπότε σου λένε πλέον τα αντίθετα:
  • Τέλειο σπίτι δεν υπάρχει (τέλειος άντρας δεν υπάρχει).
  • Έλα μωρέ, μια επένδυση είναι, δεν είναι για πάντα (μπορείς πάντα να πάρεις διαζύγιο)
  • Αγόρασέ το να ξεμπερδεύεις, μην τα ψειρίζεις τώρα (παντρέψου παιδάκι μου να ησυχάσουμε).
  • Ακόμα και αν δε σου πολυαρέσει, είναι πιο συμφέρον από το να μένεις σε νοίκι (δύσκολο πράγμα η αγαμία).
  • Αν δυσκολευτείς πολύ με τη δόση θα σε βοηθήσουμε εμείς (θα σου κρατάμε τα παιδιά).
  • Πάρε ένα τώρα και στη χειρότερη το νοικιάζεις (άστον να σου ρίξει και λίγο κέρατο).
Τελικά η μεγαλύτερη αλήθεια πρέπει να είναι κάτι που είχα ακούσει κάποτε για τα διδακτορικά: Τα τελειώνεις μόνο όταν τα έχεις πλέον σιχαθεί... Και μη με ρωτήσετε αν αυτό έχει κάποια αντιστοιχία με το γάμο!

Κυριακή, Απριλίου 01, 2007

Sunday moring coming down

Μισώ τα κυριακάτικα πρωινά γιατί είναι το απόλυτο τίποτα. Χωρίς το άγχος του πρωινού ξυπνήματος για δουλειά, όλη η μέρα είναι μπροστά σου, για να την κάνεις τι; Απολύτως τίποτα. Στην καλύτερη περίπτωση οικογενειακές και οικιακές υποχρεώσεις. Σχεδόν μου λείπουν οι εποχές που τα κυριακάτικα πρωινά περνούσαν μέσα σε τύψεις και πονοκέφαλο για το χτεσινοβραδυνό μεθύσι. Τουλάχιστον τότε είχα κάτι με νόημα να με απασχολεί. Έγραφα και ξαναέγραφα τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να πίνω λιγότερο, έφτιαχνα προγράμματα με πόσα γραμμάρια αλκοόλ έπρεπε να πιω την επόμενη εβδομάδα, προσπαθούσα να μην καταλάβουν οι γύρω μου ότι συνερχόμουν από χανγκόβερ, έπαιρνα τηλέφωνο φίλους και λέγαμε «πάλι κομμάτια γίναμε χτες, δε θα το ξανακάνουμε». Ε, μετά από κάποια χρόνια δεν το ξανακάναμε. Ε, και; Όταν καταφέρνεις να ξεπεράσεις κάποιες συνήθειες που θεωρούσες ότι σε έκαναν δυστυχισμένο, φτάνεις σε ένα τοίχο. Ναι, μπορώ να βγαίνω λιγότερο, να πίνω λιγότερο, να καπνίζω λιγότερο, αλλά δεν είμαι πιο ευτυχισμένη.

Άσε που τις Κυριακές πρέπει να διαβάζεις κυριακάτικες εφημερίδες. Άλλο απόλυτο τίποτα από εκεί. Θα ήθελα να ζω σε ένα κόσμο χωρίς ειδήσεις, είναι τόσο πραγματικές και ασήμαντες παράλληλα. Νιώθω ότι όλες αυτές οι ηλίθιες ελληνικές ειδήσεις για το ποιος έχει ποια εταιρία και με ποιόν είναι ξάδελφος, μπατζανάκης και κουμπάρος διαστέλλουν τα αγγεία του εγκεφάλου μου μέχρι το σημείο της έκρηξης. Και μετά όλο και σε κάποια παρέα θα βρεθείς που κάποιος θα σου πει «ο τάδε, που έκανε την δείνα μίζα, τον είχα γνωρίσει εκεί και παλιά τα είχε με αυτήν, που έχει αυτό το μαγαζί, και που η μητέρα της…» και ούτω καθ’εξής. Αυτή η αιμομιξία είναι τόσο ασφυκτική. Θα ήθελα να μπορούσα να μην ξέρω ούτε ποιος είναι ο πρωθυπουργός, πόσο μάλλον με ποιους είναι τριτοξάδελφα οι υπουργοί του. Η σύγκρουση με την πραγματικότητα κάθε Κυριακή πρωί είναι εξοντωτική. Πρέπει και να απλώσω τα ρούχα, να κάνω μπάνιο, να πάω στη γιαγιά μου, να κάνω τη χαρούμενη, να ναννανανννανανανανανανανανανανανα.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2007

Σπίτι για έναν

Όταν είσαι μόνος, δηλαδή μη παντρεμένος, στα 30 και ψάχνεις να νοικιάσεις σπίτι, οι ιδιοκτήτες σε αντιμετωπίζουν ως λεπρό, τρελό, επικίνδυνο, ή ως ένα συνδυασμό των τριών. Οι χιλιάδες ερωτήσεις τους από το τηλέφωνο (είστε Ελληνίδα, τι δουλειά κάνετε, είστε παντρεμένη, έχετε φίλο, παιδιά, σκυλιά, γατιά, ποια είναι η ομάδα αίματος σας, τι ψηφίζετε κλπ.) μπορεί να σε οδηγήσουν πρώτα στην απελπισία και μετά το πέμπτο τηλεφώνημα στην παράνοια... Για να μη πω για το πως στραβώνουν αν τους το πεις δια ζώσης. Τέτοια μούτρα ούτε αν τους έλεγες ότι μόλις αποφυλακίστηκες για διπλό φόνο. Και το χειρότερο είναι ότι σε κάνουν να νιώθεις ότι πρέπει να δικαιολογηθείς. Ναι ξέρετε, χίλια συγγνώμη που διατίθεμαι να δώσω 400 ευρώ για την τρύπα σας και δεν έχω και σύντροφο. Θα μπορέσετε ποτέ να με συγχωρέσετε και να μου παραχωρήσετε το υπερτιμημένο σπιτάκι σας; Αν έχετε την καλοσύνη βέβαια, το καταλαβαίνω ότι σας ζητάω πολλά.

Δε σου φτάνει η μιζέρια σου που είσαι μόνος και έρημος στην άπονη τούτη ζήση, δε σου φτάνουν τα σχόλια των γηραιότερων συγγενών για την αποκατάσταση σου, πρέπει να υποστείς και την αποδοκιμασία του κάθε κακομοίρη άσχετου που επειδή έχει ένα σπίτι νομίζει ότι είναι έχει δικαίωμα να σχολιάσει τη ζωή και τις επιλογές σου. Στην τελική ανάλυση, βάλτο στην αγγελία: δεν θέλουμε εργένηδες. Μη μας ταλαιπωρείς και εμάς με τηλέφωνα και με διαδρομές. Δεν καταλαβαίνω τη λογική με την οποία ένα ζευγάρι είναι προτιμότερο από έναν μόνο του άνθρωπο. Και τέλος πάντων όλοι αυτοί οι ιδιοκτήτες που κόπτονται τόσο για τα σπίτια τους, γιατί μόλις τα νοικιάσουν δεν ασχολούνται καθόλου και μην τον είδατε τον Παναγή αν χρειαστείς κάτι;

Η μόνη λογική είναι αυτή σύμφωνα με την οποία αυτός που θέλει να μείνει μόνος του, και όχι με τη μανούλα του να του σιδερώνει και να του πλένει, το κάνει όχι επειδή έχει τη θέληση και τη δυνατότητα, αλλά επειδή επιδίδεται σε ύποπτες και ανήθικες δραστηριότητες. Ακόμα και στη δουλειά, όταν ακούν ότι μένω μόνη μου, υποθέτουν ότι είμαι από την επαρχία... Όταν μαθαίνουν ότι οι γονείς μου μένουν στην Αθήνα, παθαίνουν μια σύγχυση, και μετά επακολουθούν τα γνωστά σχόλια: α, εγώ τα πηγαίνω πολύ καλά με τους γονείς μου...!! Μπράβο παιδί μου, την πιπίλα σου που την άφησες είπαμε;

Η τελευταία λύση είναι να βάλω αγγελία σαν αυτές που έβλεπα στο 10%: Straight ζητά straight για αλληλοκάλυψη -προκειμένου να νοικιάσει σπίτι...

Τρίτη, Νοεμβρίου 14, 2006

Μόνη στο σπίτι

Όταν έφτιαχνα το σπίτι μου, δέχτηκα την επίσκεψη πολλών και διάφορων μαστόρων. Κάποιοι ήταν ευγενικοί και σωστοί επαγγελματίες και κάποιοι άλλοι απαράδεκτοι. Ειδικά όταν ήμουν μόνη στο σπίτι, τόσο περισσότερο αυξάνονταν οι πιθανότητες να αντιμετωπίσω αδιαφορία ή άσχημη συμπεριφορά (έχω κάνει και στατιστική ανάλυση, μη νομίζετε). Ανοίγεις την πόρτα, βλέπει ο άλλος ένα κοριτσάκι (ή αυτό νομίζει ότι βλέπει) και σκέφτεται ότι αποκτά αυτομάτως την άδεια να κάνει ο,τι νομίζει. Οι πιο ανώδυνες περιπτώσεις ήταν αυτοί που με είχαν απλώς γραμμένη στα παλιά τους τα παπούτσια. Όταν προσπαθούσα να επέμβω ή να ξεκαθαρίσω κάτι, έπαιρνα ως απάντηση ενοχλημένα μουγκρητά, αόριστες απαντήσεις, ή «κοπελιά αυτό που λες δε γίνεται, γιατί έτσι». Αλλά αυτό ας πούμε ότι δεν είναι το χειρότερο, έχω κάνει και εγώ ένα φεγγάρι ως ενός είδους μάστορας (εγκαθιστούσα προγράμματα σε υπολογιστές) και όντως από ένα σημείο και μετά βαριέσαι να απαντάς σε χαζές ερωτήσεις.

Οι χειρότεροι ήταν όμως αυτοί που φέρονταν σαν να σου κάνουν χάρη που έρχονται σπίτι σου να σου πάρουν λεφτά και αυτοί που γκομένιζαν. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις ο κλειδαράς και ο τηλεορασάς (ή κεραιάς). Έρχεται λοιπόν ο κλειδαράς σπίτι μου, να εγκαταστήσει μια κλειδαριά ασφαλείας, αφού έχει φυσικά αργήσει κάνα τρίωρο και με το που μπαίνει μες το σπίτι αρχίζει τη γκρίνια: τι γειτονιά είναι αυτή, έχουν αγοράσει όλοι οι βλάχοι σπίτια και τα νοικιάζουν σε ξένους, ξέρω εγώ κοπελιά, εδώ μεγάλωσα (και εγώ μεγάλε, αλλά τι να σου λέω τώρα), τι κωλοπολυκατοικία είναι αυτή, η πόρτα σου είναι ετοιμόρροπη, γιατί νοίκιασες αυτό το κωλόσπιτο, η κλειδαριά ασφαλείας σε μάρανε, α ρε κοπελιά τι με βάζεις να κάνω. Ο άνθρωπος δε σταμάτησε να φωνάζει και να βρίζει όση ώρα ήταν εκεί, είτε σε εμένα είτε σε φίλους του στο τηλέφωνο (άσε ρε Μπάμπη γαμώ το κέρατό μου, είμαι σε ένα ερείπιο στη Βικτώρια, ναι ρε συ, θέλουν και κλειδαριά, άσε με έχω τα νεύρα μου). Επίσης είχε έρθει μεσημέρι και (τι να κάνουμε τώρα) έβγαλε το τρυπάνι και το πριόνι και έκανε ένα κολασμένο θόρυβο. Εγώ είχα βγει στο μπαλκόνι και άρχισα να τηλεφωνώ φίλες μου, με τα νεύρα τσατάλια από τις φωνές του και τη φασαρία, ελπίζοντας ότι το μαρτύριο αυτό θα τελειώσει σύντομα και δε θα γίνει επανάσταση στην πολυκατοικία. Ο τύπος είχε αυτό που λέω «σύνδρομο ταξιτζή»: δε μου αρέσει η δουλειά που κάνω και ξεσπάω πάνω σου. Τι σημασία έχει που πήρε 60 ευρώ για μιας ώρας δουλειά ενώ εγώ βγάζω τόσα με 16 ώρες δουλειά; Έπρεπε ο άνθρωπος να ξεδώσει κάπως και φυσικά το «κοριτσάκι» είναι το πιο εύκολο θύμα. Αμφιβάλλω αν του είχε ανοίξει την πόρτα κάποιος μαντράχαλος αν θα είχε την ίδια συμπεριφορά. Το κερασάκι στην τούρτα είναι ότι φυσικά δεν έκανε καλή δουλειά και η κλειδαριά αυτή έχει χαλάσει περί τις 3 φορές από τότε που την έβαλε. Γιατί τέτοιοι τύποι δεν είναι ποτέ καλοί επαγγελματίες.

Ο επόμενος κορυφαίος ήταν ο τηλεορασάς. Αφού με ρώτησε τι ζώδιο είμαι, αν μένω μόνη μου και αν έχω κάνει ποτέ ραδιόφωνο γιατί έχω ωραία φωνή, εγκατέστησε την κεραία και μετά προσφέρθηκε να μου βάλει και τα κανάλια στην τηλεόραση. Όχι, του λέω εγώ, δεν είναι ανάγκη. Μα, μου λέει, να σε βοηθήσω θέλω. ΟΚ λοιπόν. Αρχίζει να βάζει τα κανάλια, φτάνουμε και στα αναπόφευκτα τσοντοκάναλα, ο τύπος γυρνάει και με λάγνο βλέμμα με ρωτάει: Τα θες; Ε, όχι, του λέω εγώ. Ο τύπος δίνει την απίστευτη απάντηση: Σιγά ρε, τι θα πάθεις. Δηλαδή, μη μας κάνεις την παρθενοπιπίτσα. Κάθομαι λοιπόν να μου βάλει τα τσοντοκάναλα. Πριν φύγει, μου προτείνει να μου δέσει τα χέρια με καλώδια. Όχι, δεν κάνω πλάκα, ήθελε να μου «δείξει κάτι». Πως κάνει τον ναυτικό κόμπο, δεν ξέρω. Δεν μου είπε ακριβώς «Έλα να σε δέσω». Απλώς στεκόμασταν όρθιοι, αυτός με τα καλώδια στα χέρια και μου λέει: Τέντωσε τα χέρια σου μπροστά να σου δείξω ένα κόλπο. Φυσικά και είχα καταλάβει τι ήθελε να κάνει. Έφερα κάποιες αντιρρήσεις, αλλά αυτός επέμενε. Τελικά, συμφώνησα. Είναι περίεργο πως συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Νομίζω ότι ήταν ισόποσες δόσεις των παρακάτω σκέψεων: είναι ένας γελοίος τύπος που δεν πρόκειται να κάνει τίποτα κακό, αν του φέρω αντίρρηση τώρα μπορεί να θυμώσει και τέλος: δε θέλω να δείξω ότι φοβάμαι. Ήταν από τις στιγμές που νομίζεις ότι δεν είναι πραγματικές. Του προτείνω τα χέρια, μου κάνει τον ναυτικό κόμπο και μου λέει: «Χα, είδες τι έπαθες; Τώρα μπορώ να σε κάνω ό,τι θέλω». Του απαντάω εγώ: «Ναι, όντως. Πολύ έξυπνο». Και με έλυσε. Με τα πολλά κατάφερα να τον βγάλω από το σπίτι και μετά καθόμουν και κοίταζα το κενό, αναλογιζόμενη τι ακριβώς έγινε.

Θα μπορούσε να είχε συμβεί οτιδήποτε. Οτιδήποτε. Ακόμα προσπαθώ να συνειδητοποιήσω γιατί συμφώνησα σε αυτό το πράγμα. Κάποιες φορές νομίζω ότι ήταν η εξυπνότερη αντίδραση. Πραγματικά ήθελε τόσο πολύ να το κάνει, που πιστεύω ότι αν του έλεγα όχι θα είχαμε χειρότερα. Ίσως και όχι βέβαια. Σίγουρα πάντως ήταν ένα παιχνίδι εξουσίας από μέρους του. Στο οποίο εγώ πήρα το ρόλο του χαζού θύματος. Στρατηγική απόφαση δεδομένων των συνθηκών, αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι φέρθηκα σα θύμα. Σα να ήταν δικαίωμά του να κάνει αυτό που ήθελε και εγώ το μόνο που μπορούσα να κάνω είναι να ελιχθώ ανάλογα. Γι’ αυτό πιστεύω ότι πολλές γυναίκες έχουν μάθει να βλέπουν τον εαυτό τους μέσα από την επιθυμία των ανδρών -μόνο. Κάποιος έχει θέσει τους όρους του παιχνιδιού και δε σκέφτεσαι καν ότι θα μπορούσες να τους αλλάξεις. Ίσως αν ήμουν πιο δυναμική, πιο αυταρχική, ή πιο κάτι άλλο που δεν είμαι, να μπορούσα να το χειριστώ καλύτερα. Αλλά δεν είμαι και ο κόσμος είναι δύσκολος για τις γυναίκες που δεν είναι. Μέχρι να γίνω λοιπόν, ποτέ ξανά μόνη με μάστορα στο σπίτι.