Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα athens. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα athens. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Απριλίου 25, 2009

Άνω Πατήσια / Κάτω Πατήσια (;)

Συζήτηση μεταξύ δύο ανρθώπων: εμού και μίας... ανωπατησιώτισσας. Σε αγκύλη οι σκέψεις μου και η περιγραφή του σκηνικού..

Εγώ: Που μένεις;

Αυτή: Άνω Πατήσια. Καμία σχέση με τα Κάτω Πατήσια, βασικά είμαι πολύ ψηλά, είμαι πολύ πιο πάνω και από το κάτω μέρος των Άνω Πατησιών.

Εγώ: Μάλιστα... [whatever].

Αυτή: Εσύ;

Εγώ: Πλατεία Αμερικής.

Αυτή: [γελάει δήθεν ένοχα με το χεράκι μπροστά στο στόμα] Ωχ... συγγνώμη ρε συ... [παρατεταμένο χαρούμενο βλέμμα πάνω από το χεράκι].

Εγώ: Γιατί, τι έγινε;

Αυτή: Ε, ξέρεις, Πλατεία Αμερικής, Κάτω Πατήσια δεν είναι; Επειδή τόνισα πριν ότι δεν μένω Κάτω Πατήσια.

Εγώ: Ε, δεν είναι και πολύ ωραία τα Κάτω Πατήσια εδώ που τα λέμε. Αλλά, όχι ότι με πειράζει, η Πλατεία Αμερικής δεν είναι Κάτω Πατήσια. Η δικιά σου γειτονιά είναι όντως πολύ όμορφη [ας κάνω την καλή για να ηρεμήσει].

Αυτή: Χμμ... ναι μάλλον έχεις δίκιο, τα Κάτω Πατήσια ξεκινάνε από την Κολιάτσου, έτσι δεν είναι;

Εγώ: [όχι ακριβώς, βασικά τα Κάτω Πατήσια ορίζονται περισσότερο σε σχέση με την Αχαρνών, αλλά βαριέμαι τώρα]. Ναι, ας πούμε.

Αυτή: Δίπλα στη Φυλής δεν είσαι;

Εγώ: ??? Η Φυλής είναι πέντε-έξι δρόμους πιο κάτω από μένα.

Αυτή: [παιχνιδιάρικα] Έλα τώρα, άστα αυτά. Έχω φίλη που μένει Κάτω Πατήσια [άντε πάλι] και ξέρω που είναι η Φυλής, ακριβώς κάτω από εκεί που μένεις είναι.

Εγώ: Καλά, δεν πρέπει να πάρω και λεωφορείο για να πάω, αλλά δεν είναι και ακριβώς από κάτω. Τέλος πάντων, ούτως ή άλλως το κακόφημο κομμάτι της Φυλής είναι προς τη Βικτώρια.

Αυτή: Ναι το ξέρω [γιατί ξεκίνησες τότε αυτή την κουβέντα μαλακισμένη;].

Εγώ: Και να σου πω την αλήθεια, είναι και κάπως παρεξηγημένη η Φυλής, είναι συμπαθητικός δρόμος.

Αυτή [ανθυποκαγχασμός]: 'Συμπαθητικός' δρόμος;; Τι πάει να πει αυτό;

Εγώ: Εννοώ έχει δέντρα, είναι αρκετά φαρδύς αλλά και ήσυχος, δεν έχει άσχημες πολυκατοικίες.

Αυτή [εντονότερος καγχασμός]: Α, ναι και είναι ο μοναδικός δρόμος στην Αθήνα που έχει ψωρο-νερατζιές... Ησυχος τι εννοείς; Πιό ήσυχος από την Πατησίων;

Εγώ: Να σου πω δεν ξέρω καν αν είναι νερατζιές, πάντως δεν έχουν και όλοι οι δρόμοι στην Αθήνα δέντρα, μακάρι να είχαν.

Αυτή: Ναι, στον δρόμο που μένω δεν έχει καθόλου δέντρα [μπα, υπάρχει δρόμος στα παραδεισένια Άνω Πατήσια που δεν έχει δέντρα;]. Είναι πολύ όμορφα στη γειτονιά μου πάντως, όλο καινούριες πολυκατοικίες. Εσύ γιατί μένεις εκεί, μένουν οι γονείς σου;

Εγώ: Όχι, οι γονείς μου μένουν πιο πέρα. Εντάξει, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν πρόβλημα με αυτές τις περιοχές γιατί έχουν πολλούς μετανάστες.

Αυτή [προσβεβλημένο/σοκαρισμένο ύφος]: Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τους μετανάστες. Εγώ μεγάλωσα με μετανάστες. Δίπλα μας έμεναν κάτι Πακιστανοί και είχαμε πολύ καλές σχέσεις, τους δίναμε το αλάτι, μαχαιροπίρουνα. Μια χαρά είναι οι ξένοι, δεν το λέω για αυτό.

Εγώ: Στην Πλατεία Αμερικής οι περισσότεροι είναι μαύροι.

Αυτή: Είδες; [συγκαταβατικό/ενθαρρυντικό ύφος]. Βλέπεις και ωραία παλληκάρια, είναι ωραίοι οι μαύροι. Αυτο που δεν μου αρέσει εμένα είναι όταν δημιουργούνται γκέτα.

Εγώ: [πως να μην δημιουργούνται 'γκέτα' όταν όλοι οι Έλληνες είναι ευατούληδες, συμπεγματικοί αρχοντοχωριάτες σαν κι εσένα;] Ναι. Τι να σου πω, πάντως η περιοχή που μένω εμένα μου αρέσει. Έχει ωραίες πολυκατοικίες, πολλά νεοκλασσικά, σπίτια της δεκαετίας του 30... Εντάξει της λείπει το πράσινο, και είναι κάπως στριμωγμένα, αλλά έτσι είναι όλη η Αθήνα. Αρχιτεκτονικά πάντως, είναι από τις περιοχές που έχουν πολύ ενδιαφέρον, δε θα μπορούσα να μένω σε μια γειτονιά χωρίς προσωπικότητα, με αυτές τις κιτς καινούριες πολυκατοικίες [αρχίζω και εγώ να γίνομαι κακούλα].

Αυτή: Τι;; Το 60 δεν χτίστηκε όλη αυτή η περιοχή; Με τις απαίσιες πολυκατοικίες χωρίς μπαλκόνια;

Εγω: [εντάξει δεν αντέχω άλλο]. ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΣΟΥ ΚΟΠΕΛΙΑ#$%$&^$^$Η&>$%&$&^$#%^$%^&$^&^#$ [της χώνω δύο ξανάστροφές και φεύγω]

Δυστυχώς δεν τελείωσε έτσι το σκηνικό... Συνεχίστηκε βασανιστικά με αντεγκλήσεις εκατέρωθεν. Και αυτή η συζήτηση έχει επαναλφεί με διάφορες παραλλαγές και διάφορα άτομα -αν και η συγκεκριμένη τύπισσα παίρνει βραβείο μαλακιας.

Η δικιά μου απορία είναι: Τι ζόρι τραβάνε αυτοι με εμάς; Εγώ αν είχα επιλέξει τη γειτονιά μου και ήμουν ευχαριστημένη με την ποιότητα ζωής εκει, ούτε που θα με ένοιαζε αν κάποιος έμενε σε 'υποβαθμισμένη' -my ass- γειτονιά. Θα τον λυπόμουν κιόλας και από καλοσύνη θα ήμουν έξτρα ευγενική μαζί του.

Δηλαδή, είμαστε πολύ γελοίοι εμείς οι Έλληνες. Βρίζουμε, λοιδωρούμε και υποτιμάμε ασταματάστητα -όχι μόνο στις παρέες, αλλά και απο τα ΜΜΕ- όσους έχουν μείνει στο κέντρο, και μετά κλαψουρίζουμε ότι το κέντρο έχει εγκαταλειφθεί, ότι έχει γίνει γκέτο, ότι είναι βρώμικο κλπ κλπ. Αλλά τέτοιοι υποκριτές είμαστε.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 01, 2008

but she's madonna...

Λοιπόν, πήγα κι εγώ στη Madonna. Οι παρατηρήσεις που θα κάνω είναι κυρίως κοινωνιολογικού περιεχομένου και κάπως σκόρπιες. Καταρχάς, έχω βαρεθεί αυτό που όλοι την θαυμάζουν επειδή είναι 50 και χοροπηδάει. Τι είναι, αθλήτρια είναι και πρέπει να την προσκυνάμε για τις σωματικές τις επιδόσεις; Όλοι κοιτάζουν με ένα μείγμα φρίκης και θαυμασμού τους υπεράνθρωπα τεντωμένoυς μύες της, που τέτοιους μόνο ο Bruce Lee είχε -ο οποίος έδερνε και κόσμο, for a living. Φαντάζομαι όλο αυτό το fascination έχει να κάνει με κάποιον προτεσταντικού τύπου θαυμασμό για την ατομική προσπάθεια και τη πειθαρχία, αλλά τι σχέση έχει αυτό με τη -έστω και καθαρά χορευτική- μουσική;

Δεύτερον έχω βαρεθεί να ακούω πόσο πλούσιο ήταν το show. Και εδώ πάλι από τον κόσμο μια παιδιάστικη αντίδραση: είχε και αυτοκίνητο, είχε και τροχόσπιτο, είχε και τσιγγάνους με βιολιά, άλλαξε τόσα κουστούμια, άρα τα άξιζε τα λεφτά της. Είχε πολύ πράγμα. Αν έβγαζε και ελέφαντα, και αρκούδα να κάνει τη Βουγιουκλάκη στον καθρέφτη, ακόμα πιο καλό θα ήταν. Και εμένα μου άρεσε το shοw, σκέφτηκα ότι θα μπορεί να το παίζει και στο Vegas όταν γίνει 60.

Τρίτη και τελευταία σκόρπια παρατήρηση: στην συναυλία αυτή πήγε κόσμος που δεν πηγαίνει ποτέ σε συναυλίες. Και φάνηκε από το πόσο σφιγμένοι, ακούνητοι και άφωνοι ήταν όλοι. Και μην ακούσω τώρα ότι ήταν καινούρια τραγούδια, το get into the groove και το express yourslelf τους έβαλε να τραγουδήσουν και οι άσχετοι που είχαν πάει ντυμένοι για βαφτίσια στην Ηλιούπολη, ούτε αυτά δεν ήξεραν. Που τους έδειχνε και τους στίχους σε γιγαντοθόνες, karaoke style. Πράγμα που δείχνει ότι οι περισσότεροι είχαν πάει εκεί απλά για δούνε το τσίρκο και να χάσκουν.

Θα μου πεις, ποιος φταίει, το Madonnaκι φταίει, αυτό πουλάει η γυναίκα. Δεν λέω όχι, επειδή όμως έχω διαβάσει σε συνέντευξή της ότι έχει επηρεαστεί πολύ ως προς τη θεατρικότητα των live της από τον Bowie, τον οποίο είχε δει στο Diamond Dogs Tour όταν ήταν έφηβη και ξετρελάθηκε, αυτό που περίμενα ήταν μια θεατρικότητα που να φτιάχνει ατμόσφαιρα και να εμπλουτίζει το mood των τραγουδιών, και όχι μια σκέτη επιδειξη χορευτικών και λοιπών ικανοτήτων.

Νομίζω ότι σε μερικά τραγούδια, όπως το Devil wouldn't recognize you, You must love me και το Give it to me, ή όταν έπαιξε σε rock εκτέλεση το Borderline και άλλα, το κατάφερε αυτό, δηλαδή κατάφερε να εγκαθιδρύσει κάποιου είδους ουσιαστική επαφή με το κοινό, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του show ήταν ψυχρό, μηχανιστικό και κάπως... απόμακρο.

Τρίτη, Ιανουαρίου 08, 2008

I love to hate you pt.2

Γράφοντας το προηγούμενο κείμενο συνειδητοποίησα ότι το θέμα για το οποίο έχω τα πιο αντικρουόμενα συναισθήματα είναι (αναμενόμενο) κάτι δικό μου: η γειτονιά μου. Σκέφτομαι να αγοράσω σπίτι, και οσο κι αν λέω στον εαυτό μου ότι τίποτα δεν είναι για πάντα, ότι μπορώ πάντα να το ξαναπουλήσω ή να το νοικιάσω, νιώθω ότι είναι μια απόφαση ζωής. Πού λοιπόν; Να μείνω στη πλατεία Βικτωρίας, ή μήπως τώρα είναι η ευκαιρια να μετακομίσω σε μια πιο αξιοπρεπή (με τα μικροαστικά κριτήρια πάντα) γειτονιά;
Η αλήθεια είναι ότι όπου και να πάω μου φαίνεται καλύτερα από τη Βικτώρια. Πιο τακτοποιημένα, πιό ήσυχα, πιο καθαρά, κοίτα εδώ οι άνθρωποι είναι ήρεμοι και καλοβαλμένοι, τα παιδάκια παίζουν στους δρόμους, όλα είναι περιποιημένα. Και με το ανοιγόκλεισμα του ματιού, παντού μου φαίνεται χειρότερα από τη Βικτώρια.
Παντού είναι πιο βαρετά, πιο μοναχικά, πιο αδιάφορα.
Εδώ έχει μια από τις λίγες αστικές πλατείες της Αθήνας που λειτουργούν πραγματικά -εννοώ που έχουν άπλα, δέντρα, παγκάκια και κόσμο που κάθεται, λιάζεται, βγάζει βόλτα τα παιδιά του, συζητάει, ζει το χώρο. Εδώ έχει κάποιες από τις πιο όμορφες πολυκατοικίες της Αθήνας. Εδώ στα καφέ βλέπεις μετανάστες, τουρίστες (η Βικτώρια είναι η στάση για το Αρχαιολογικό Μουσείο), ξέφρενα 15χρονα, φοιτητές από τις γύρω σχολές (ΑΣΟΟΕ και απειρα ΙΕΚ), κομψούς γηραλαίους κυρίους και κυρίες με τις εφημερίδες τους και τα γλυκά τους (απομεινάρια της εποχής που η Βικτώρια ήταν μια ακριβή μεσοαστική συνοικία) και την πιο ιδιαίτερη φυλή: 50ρηδες πρώην τζόβενους/gay (απομενειράρια και αυτοί μιας άλλης εποχής, στα τέλη 1970 με αρχές 1980, όταν η περιοχή είχε χάσει την παλιά της αίγλη, αλλά είχε αποκτήσει cult status, λόγω των διάφορων underground νυχτερινών μαγαζιών που είχαν ανοίξει τότε). Εδώ πιο πάνω είναι το μεγαλύτερο πάρκο της Αθήνας, το Πεδίο του Άρεως, το καλύτερο κομμάτι της Πατησιών (ακόμα ανταγωνιζεται επάξια την Ερμού ως αγορά) και στη Χέυδεν τεράστια πεζοδρόμια με πλανόδια βιβλιοπωλεία (σαν το Παρίσι είχε πει ένας φίλος που είχε ζήσει χρόνια εκεί). Τα Εξάρχεια είναι ένα βήμα. Τα πάντα είναι ένα βήμα γιατί είσαι κοντά σε όλες τις πιθανές συγκοινωνίες. Πάντα υπάρχει κόσμος και φως. Ποτέ δε θα φοβηθείς στην πλατεία Βικτωρίας. Κι αν καμιά φορά είναι μίζερα, νιώθω ότι είναι απλώς αληθινά.
Νιώθω ότι δε θέλω να βρεθώ σε μια αποστειρωμένη συνοικία, σε έναν άμορφο περιβάλλον, χωρίς ιστορία, χωρίς ένταση. Άλλες φορές πάλι νιώθω ότι θέλω κι εγώ να είμαι κανονική όπως όλοι οι άλλοι, να ζήσω σε ένα καθαρό προάστιο, μακριά από τα σκουπίδια και τους μετανάστες, να χωθώ κάτω από τα σκεπάσματα μου, και άσε την αληθινή πόλη να βράζει κάπου μακριά.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 04, 2007

Μια μικρή αθηναϊκή ιστορία

Από τη ζωή βγαλμένη:

Σταματάω ένα ταξί, μπαίνω μέσα, λέω στον ταξιτζή: «Γεια σας*, στην πλατεία Βούλας πηγαίνω». Κατά την προσφιλή μέθοδο των ταξιτζήδων, δεν μου απαντάει ούτε με ένα νεύμα ή μια ματιά. Ελπίζω λοιπόν ότι άκουσε τι του είπα και βολεύομαι στο πίσω κάθισμα.

Σκέφτομαι ότι το γεγονός ότι θα βγάλει τουλάχιστον ένα δεκάευρο από την κούρσα θα μετριάσει την προϊούσα τσατίλα του (όσοι επαγγελματίες μένουν εντελώς ανέκφραστοι και αμίλητοι όταν τους απευθύνεις το λόγο είναι ή τσατίλες, ή Κρητίκαροι). Λίγο πριν τον προορισμό μας, γυρνάει και μου λέει: «Κοπελιά, να στρίψω δεξιά;». Του απαντάω «Τι να σας πω, δεν ξέρω που είναι. Στην κεντρική πλατεία της Βούλας μου είπανε». Κάτι μουρμουρίζει μέσα από τα δόντια του και μετά αρκετούς γύρους –και μουρμούρα- φτάνουμε σε μια πλατεία.

Φρενάρει με νεύρα, μου δείχνει την πλατεία με το δεξί του χέρι και μου λέει: «Έλα, στη Βούλα είμαστε, πλατεία είναι εδώ, κατέβα». Εντωμεταξύ, είχα σαφείς οδηγίες από τη φίλη μου να μη κατέβω σε λάθος πλατεία. Αφού για ακόμη μια φορά καταράστηκα τα άτιμα προάστια με τις άγνωστες πλατείες τους και τους μπερδεμένους τους δρόμους, έκανα το λάθος να ρωτήσω τον ταξιτζή, όσο πιο γλυκά μπορούσα, κάτι το οποίο πυροδότησε τον παρακάτω σουρεαλιστικό διάλογο:

-Να κατέβω, αλλά είναι αυτή η κεντρική πλατεία της Βούλας;

-Που θες να ξέρω κοπελιά, εγώ δεν ξέρω τη διεύθυνση του σπιτιού που πάς (;;;).

-Δεν πάω σε σπίτι (βασικά πάω, φαντάσου να σου ζητούσα να με πήγαινες εκεί κιόλας). Στην κεντρική πλατεία της Βούλας πάω.

-Δεν ξέρεις όμως που είναι η κεντρική πλατεία.

-Όχι (ομολογουμένως).

-Γιατί δεν μου το είπες ότι δεν το ήξερες;

-Μα σας το είπα (αρχίζουν να χτυπάνε τα καμπανάκια).

-Έπρεπε να μου το έχεις πει αμέσως μόλις μπήκες ότι δεν ξέρεις που είναι. Θα είχα σταματήσει τότε να ρωτήσω κάποιον και δε θα είχαμε χαθεί.

-(Δεν άντεξα, έπρεπε να το πω): Συγγνώμη, εμένα δεν με πειράζει που χαθήκαμε, αλλά εσείς δεν είστε ο επαγγελματίας; Εσείς δε θα έπρεπε να γνωρίζετε που είναι η πλατεία Βούλας;

-Εγώ;;; Εγώ κοπέλα μου μπορεί να μην έχω πάει ποτέ μου στη Βούλα, γιατί είμαι υποχρεωμένος να ξέρω;

- Γιατί είστε επαγγελματίας (επιμένω εγώ).

-Άκου ρε τι λέει (τώρα αρχίζει και φορτώνει στ’ αλήθεια). Δηλαδή μπαίνουμε σε ένα ταξί, το νοικιάζουμε, και είμαστε άρχοντες, ε; (βασικά, ναι). Κάνουμε ότι γουστάρουμε τον ταξιτζή, ε; (το να ζητήσεις από έναν ταξιτζή να σε πάει σε έναν προορισμό επί πληρωμή είναι "ό,τι γουστάρουμε"). Γι’ αυτό δεν πάει μπροστά η Ελλάδα ρε, γιατί αυτή είναι οι νοοτροπία του νεοέλληνα. Κατάλαβες, γι’αυτό πάμε κατά διαόλου. Γιατί ο νεοέλληνας νομίζει ότι μπορεί να κάνει ό,τι θέλει τους άλλους.

-Συμφωνώ απόλυτα, γι’αυτό πάμε κατά διαόλου, μου δίνετε σας παρακαλώ τα ρέστα μου τώρα να φύγω;

-Συμφωνείς ε; Τι να σου πω τώρα. Αλλά τι είσαι, γυναίκα δεν είσαι; Δίκιο είχε ο πατέρας μου που έλεγε ότι αν η γυναίκα είχε μυαλό, θα ήταν άντρας.

-Και εσείς αν είχατε μυαλό θα κάνατε άλλη δουλειά (ρατσιστικό, αλλά δεν μπόρεσα να σκεφτώ κάτι καλύτερο εκείνη τη στιγμή).

-Τιιι;;;

- Τίποτα, μου δίνετε επιτέλους τα ρέστα μου; (Είπα να μη διακινδυνεύσω τη σωματική μου ακεραιότητα).

Μου δίνει περιφρονητικά τα ρέστα, βγαίνω και πριν καλά καλά κλείσω την πόρτα του ταξί, στην ασφάλεια της πλατείας, αρχίζω να τον στολίζω με την ήπια εκδοχή του υβρεολογίου μου (ξέρετε, τα γιαγιαδίστικα: ζώον, ηλίθιε, βλάκα κ.α.).

Με κοιτάζει και νομίζω ότι διακρίνω καπνούς να βγαίνουν από τα αυτιά του, αλλά ευτυχώς δεν βγαίνει από το ταξί να με δείρει (μάλλον επειδή ήμασταν σε κόσμο και ήταν καταμεσήμερο). Εγώ την κοπανάω προς τις καφετερίες για να ρωτήσω κάποιον άνθρωπο μήπως και μάθω που ακριβώς βρίσκομαι.

Και αυτή ήταν η μικρή, συνηθισμένη Αθηναϊκή ιστορία.



*Είμαι και ευγενική -αυτό φυσικά ύστερα από μια προηγούμενη αντιπαράθεση με ταξιτζή, ο οποίος με μάλωσε αυστηρότατα γιατί δεν τον είχα χαιρέτισει μόλις μπήκα μες το ταξί.

Τετάρτη, Ιουλίου 04, 2007

Το δάσος που εξαφανίστηκε

Στο εκπληκτικό παραμύθι του Νόρτον Τζάστερ, "Τα διόδια της Φαντασίας" (The Phantom Tollbooth), ο Μίλο, ο ήρωας της ιστορίας, μεταξύ άλλων σουρεαλιστικών περιπετειών, επισκέπτεται και μια πόλη που δεν υπάρχει. Οι άνθρωποι περπατούν στον δρόμο για να πάνε στη δουλειά τους, κοιτάνε τα ρολόγια τους, μπαινοβγαίνουν στα λεωφορεία, αλλά ο χώρος γύρω τους είναι κενός. Δρόμος δεν υπάρχει. Ούτε κτίρια, ούτε δέντρα. Δεν υπάρχει τίποτα, επειδή οι άνθρωποι είχαν πάψει να προσέχουν την πόλη γύρω τους. Η πόλη λέγεται Πραγματικότητα και παλιότερα ήταν όμορφη. Τόσο όμορφη όσο η δίδυμή της πόλη, οι Ψευδαισθήσεις. Οι κάτοικοι της Πραγματικότητας αποφάσισαν όμως ότι όλα θα λειτουργούσαν πιο αποτελεσματικά, αν πηγαίναν παντού όσο το δυνατόν γρηγορότερα και δεν σταματούσαν να κοιτάξουν όσα βρίσκονταν στο δρόμο τους. Έτσι η πόλη σιγά-σιγά εξαφανίστηκε. Χωρίς να το καταλάβει κανείς.
Ήξερα ότι υπήρχε ένα δάσος στην Πάρνηθα, αλλά δεν ήξερα ότι είναι Εθνικός Δρυμός. Δεν είχα ιδέα για τον φυσικό και ζωικό πλούτο του. Δεν το είχα δει ποτέ, και τώρα δεν πρόκειται να το δω ποτέ. Το πιθανότερο είναι ότι αν κάποιος φυσιολάτρης φίλος μου πρότεινε βόλτα εκεί, θα του αντιπρότεινα μια μπύρα στα Εξάρχεια.

Τελικά το δάσος που είχαν σταματήσει να βλέπουν οι άνθρωποι, εξαφανίστηκε, ακριβώς όπως η πόλη στο παραμύθι του Τζάστερ.

Γιατί εμείς οι Αθηναίοι περιφρονούμε με τόσο πάθος τα δάση, τα πάρκα και τις πλατείες μας;

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 20, 2006

Questions from the Underground

Τα 'παιδιά του Κόσμου' που μας εύχονται "Χρόνια Πολλά" από το Μετρό, από ποιόν κόσμο προέρχονται ακριβώς; Γιατί τα ρούχα τους και οι εκφράσεις τους δεν είναι από αυτόν εδώ.


Πότε θα με σταματήσει κάποιος (στο αυτοκίνητο, στο δρόμο, στο σπίτι, οπουδήποτε) να του πω επιτέλους τη γνώμη μου για τις αστικές συγκοινωνίες στην Αθήνα; Είμαι έτοιμη να αλλάξω τα πάντα στην καθημερινότητά μου!

Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2006

Επ’ ευκαιρία των δημοτικών εκλογών

Ποιος έχει κουραστεί να απολογείται για τη γειτονιά του; Εγώ!!

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου έπρεπε να αντιμετωπίσω ένα μπαράζ αποριών όταν απαντούσα στην ερώτηση: που μένεις;

Το αστείο είναι ότι η περιοχή που μένω είναι λίγο γνωστή-άγνωστη: λέγεται Αγγελοπούλου και βρίσκεται μεταξύ των εξής περιοχών: Κυψέλη δυτικά, Πλατεία Αμερικής βόρεια, Πλατεία Βικτωρίας νότια και Αγ. Παντελεήμονας ανατολικά. Ως αποτέλεσμα, διάλεγα κάθε φορά και διαφορετική ονομασία για την περιοχή, αλλά τα ανασηκωμένα φρύδια δεν τα γλίτωσα ποτέ. Μόνο όταν έλεγα: ξέρεις που, εκεί που είναι το Sisley στην Πατησίων, βούλωνα κάποια στόματα. Η αίγλη του Sisley μάλλον αρκούσε για να προκαλέσει ένα μίνιμουμ αποδοχής για τη γειτονιά μου.

Τι έχω ακούσει κατά καιρούς: Ότι στην περιοχή αυτή δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις μόλις νυχτώσει (ναι, δεν βγαίνω ποτέ χωρίς το ούζι μου)…ότι θέλει γκρέμισμα (πραγματικά, πόσο άσχετος μπορεί να είσαι για να θέλεις να γκρεμίσεις μια περιοχή που είναι γεμάτη νεοκλασικά και καταπληκτικές πολυκατοικίες που χρονολογούνται από το 1920 ως το 1950, δεν ξέρω)…. ότι είναι πενταβρώμικη (όσο είναι όλη η Αθήνα)… ότι είναι γεμάτη μπουρδέλα (ε, αυτό είναι λίγο αλήθεια, αλλά δεν παύει να είναι ενοχλητικό ως πρώτιστο σχόλιο για τη γειτονία σου)…. ότι είναι άσχημη (ενώ τα προάστια μας είναι τόοοοσο ωραία και συναρπαστικά)… ότι έχει φασαρία και καυσαέριο (σε αντίθεση με τα ¾ της Αττικής)…. ότι δεν έχει πράσινο (δίπλα στο Πεδίο του Άρεως, αλλά anyway)…. ότι εκεί δεν μένουν πια Έλληνες (δεν με παρατάτε λέω εγώ -σκασίλα μου ποιος μένει)… ότι εκεί μένουν οι πιο φτωχοί Ευρωπαίοι (παιδιά, μια μικροαστική περιοχή είναι, λυπηθείτε μας)…με αποκορύφωμα την απορία: μα, γιατί μένεις εκεί;

Καμία αμφιβολία ότι η Αθήνα είναι, ως επί το πλείστον, άσχημη. Δυστυχώς, η συντριπτική πλειοψηφία των προαστίων δεν εξαιρείται από αυτήν την ασχήμια. Επίσης καμία αμφιβολία ότι αυτή η γειτονιά είναι από τις ωραίες της Αθήνας, απλώς έχει ξεπέσει. Η ομορφιά είναι, βεβαίως, υποκειμενική.

Πολλά όμως από τα αρνητικά σχόλια που λέγονται, αφορούν τις πόλεις γενικότερα. Η φασαρία, η πολυκοσμία, η έλλειψη απόλυτης καθαριότητας, οι πολλές πολυκατοικίες, τα αυτοκίνητα και η ανάμειξη διαφορετικών πληθυσμών είναι ίδιον των μεγάλων πόλεων, ακόμα και των πιο ωραίων και των πιο οργανωμένων. Όσοι λοιπόν δεν μπορούν να αντέξουν τη ζωή στη μεγάλη πόλη, μπορούν να μείνουν σε ένα προάστιο ή ένα χωριό. Εγώ δεν θα τους κακίσω. Θυμάμαι και το τραγουδάκι που μαθαίναμε στο σχολείο: «Θέλω να ζω κοντά στη φύση και το Θεό/ να βλέπω κάθε ωραία δύση/ και κάθε δειλινό». Καταλαβαίνω λοιπόν. Να με αφήσουν και αυτοί όμως ήσυχη με τα υποτιμητικά σχόλιά τους. Αρκετά.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2006

Τι να ψηφίσω η γυναίκα;

Επειδή κανένας από τους υποψηφίους δε μου γεμίζει το μάτι (συγγνώμη παιδιά) και επειδή δεν έχω κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια σε κάποιο κόμμα (απλώς σε κάποια έχω μια αντιπάθεια, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία), σκέφτηκα να δω την εκπομπή του ΑΝΤ1 η οποία διαφημιζόταν ως «το πρώτο debate των υποψήφιων δημάρχων».

Ας είμαστε λοιπόν λίγο θετικοί και ας ελπίσουμε ότι από την εκπομπή θα μάθουμε κάτι για τους υποψήφιους και το πρόγραμμά τους για την Αθήνα. Ξέρω ότι μπορώ να διαβάσω τα προγράμματα και θα το κάνω, αλλά καθότι είμαι οπτικοακουστικός τύπος προτιμώ να βλέπω και να ακούω. Εξάλλου η τηλεόραση είναι ένας χώρος όπου υποτίθεται ότι διεξάγεται δημόσιος διάλογος.

Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι ένα πεδίο στο οποίο τα πράγματα είναι απτά και συγκεκριμένα, οπότε θεώρησα αφελώς ότι οι άνθρωποι θα μιλούσαν στοχευμένα και όχι με τις γνωστές αοριστίες των εθνικών εκλογών. Γεννήθηκα και μένω στο κέντρο και γνωρίζω τα προβλήματα -τώρα ακούγομαι λίγο σαν υποψήφια, ή μου φαίνεται; Τελοσπάντων, είναι από τις περιπτώσεις όπου θα μπορούσα να ψηφίσω όχι κομματικά, αλλά πραγματικά με βάση το σχέδιο του κάθε συνδυασμού για την Αθήνα.

Δεν ξέρω ποιος είδε την εκπομπή, εγώ άντεξα για μισή ώρα, σαράντα λεπτά μάξιμουμ. Όση ώρα είδα, η συζήτηση αναλώθηκε σε μικρο-παρα-πολιτικές διαμάχες, για το είχε κάνει ο τάδε όταν ήταν υπουργός, ο δείνα όταν ήταν υφυπουργός, οι άλλοι που δεν είχαν ποτέ κάποιο πολιτικό αξίωμα, κοινώς, άλλα λόγια να αγαπιόμαστε. Κουβέντα για την Αθήνα. Τι κουβέντα, κιχ. Και σε αυτό μπορώ να πω ότι έχει κάποια ευθύνη και η δημοσιογράφος, η οποία όχι μόνο δεν προσπάθησε να κατευθύνει τη συζήτηση στο ζητούμενο, αλλά μονίμως επανερχόταν στις κομματικές αντιπαραθέσεις, στα σκάνδαλα και στην πιθανότητα πρόωρων εκλογών και γενικώς περιφερόταν με ύφος αποστασιοποιημένης πυργοδέσποινας. Δεν έχω τίποτα με τη γυναίκα, αλλά έλεος. Λύγισα όταν έβγαλαν στο τηλέφωνο τον Παπουτσή που ήθελε να διαμαρτυρηθεί για κάτι που του είχε καταλογίσει ο Κακλαμάνης.

Καληνύχτα, μεταφορικά και κυριολεκτικά.


Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 22, 2006

Fear and Loathing in Victoria

Τις προάλλες είχα πάει για καφέ με μία φίλη μου στην πλατεία Βικτωρίας, κάτω από το σπίτι μου δηλαδή. Δεν ξέρω γιατί ενώ υποτίθεται ότι μετακόμισα -εν μέρει- για να φέρνω φίλους και φίλες σπίτι, τελικά καταλήγω να τους βλέπω όλους έξω. Σχεδόν ακριβώς έξω από το σπίτι μου. Θα μπορούσα να βγω στο μπαλκόνι και να με κοιτάζω από πάνω. Κοιτά τη χαζή που χαλάει λεφτά για να πιει καφέ κάτω από το σπίτι της..

Τέλος πάντων, όταν καθίσαμε στην καφετέρια πρόσεξα έναν ηλικιωμένο κύριο που καθόταν στο βάθος. Μερικοί άνθρωποι έχουν κάτι αλλόκοτο που τραβάει το βλέμμα σου, πριν τους δεις καν. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που εκπέμπουν, πως το συλλαμβάνεις και χωρίς να το συνειδητοποιείς, γυρνάς και τους κοιτάζεις. Ήταν από αυτούς τους ανθρώπους που είναι ακριβώς στο όριο: άπλυτος, γένια μέχρι το στέρνο, βαθουλωμένα μάγουλα, αλλά αρκετά περιποιημένα ρούχα, στητή στάση και καθαρή ματιά.

Άρχισα να μιλάω με τη φίλη μου και ήμουν εντελώς απορροφημένη στη συζήτηση, όταν ένιωσα ένα χέρι στο σβέρκο μου, γύρισα τρομαγμένη και είδα τον εν λόγω κύριο να στέκεται ακριβώς από πάνω μου. «Θα μου δώσεις ένα τσιγάρο;». Σημειωτέον ότι είχε ήδη ένα πακέτο τσιγάρα στο τραπέζι του. Του εξηγώ ότι δεν έχω έτοιμο τσιγάρο, γιατί καπνίζω στριφτά. Του πρόσφερα να στρίψει αν ήθελε, αλλά αυτός ήθελε να του στρίψω εγώ ένα τσιγάρο. Τελικά συμβιβαστήκαμε με το να του δώσω μερικά χαρτάκια. Πριν φύγει με διέταξε να στρίψω ένα τσιγάρο για μένα. Γενικά έχω πρόβλημα με τους ανθρώπους που εισβάλλουν απρόσκλητοι χώρο μου και μου δίνουν και διαταγές, αλλά έκρινα ότι δεν είχε νόημα να τσακωθώ, οπότε αρνήθηκα ευγενικά. Ο καφές συνεχίστηκε με διάφορες παρεμβάσεις από τον κύριο. Πεταγόταν να μας ανάψει τα τσιγάρα, ακουμπούσε το δικό του τσιγάρο στο τραπέζι μας, παρεμβαλλόταν στη συζήτησή μας. Θυμήθηκα μια άλλη φίλη μου, η οποία πάντα έπιανε κουβέντα με όποιον περαστικό ήθελε παρέα. Έλεγε ότι δεν ήθελε να έχει φοβικές αντιδράσεις απέναντι σε αγνώστους, απλώς επειδή είναι διαφορετικοί από το μέσο όρο. Δεν ξέρω τι είναι ακριβώς φοβική αντίδραση, η αλήθεια είναι ότι εγώ ήθελα μόνο να συζητήσω με τη φίλη μου.

Κάποια στιγμή ο κύριος μας είπε ότι το μόνο τηλέφωνο που ξέρει απέξω είναι αυτό της κόρης του. Φαντάστηκα την κόρη του να σηκώνει το τηλέφωνο και να πηγαίνει να τον μαζέψει από διάφορα μέρη, να τον νοικοκυρεύει, μέχρι την επόμενη φορά. Μας είπε και για τον αδελφό του, με τον οποίο τσακώνονται γιατί του λέει ότι δεν πρέπει να ενοχλεί τους άλλους ανθρώπους όταν συζητάνε. Φαντάστηκα τους καυγάδες με τον αδελφό του, ‘γιατί δεν μπορείς να φερθείς φυσιολογικά;’. Ήταν προφανές ότι ο κύριος ήθελε κάποιον να μιλήσει μαζί του, κάποιον που δεν θα είχε κουραστεί από αυτόν. Δοκιμάσαμε λοιπόν να συζητήσουμε, αλλά με λίγη επιτυχία. Δεν ήταν και πολύ εύκολος χαρακτήρας. Μου έδωσε την εντύπωση ενός ιδιαίτερα αυταρχικού ανθρώπου, αλλά ίσως να τον είχε κάνει αυταρχικό η κατάστασή του. Ή ίσως να περιήλθε στην κατάσταση αυτή επειδή ήταν τόσο αυταρχικός. Το σίγουρο ήταν πως ήταν αλκοολικός, αφού είχε κατεβάσει 3 νεροπότηρα ουίσκι στη μιάμιση ώρα που καθίσαμε εκεί. Αλλά ούτε ο αλκοολισμός γνωρίζω αν ήταν η αιτία ή το αποτέλεσμα της κατάστασής του.

Φύγαμε και μου έμεινε η απορία. Τελικά τι έγινε εδώ; Ήμουν ο καλός άνθρωπος που κατανοεί τα προβλήματα του άλλου και του προσφέρει κάποιες στιγμές επικοινωνίας; Ήμουν ο υποχωρητικός άνθρωπος που δεν μπορεί να διεκδικήσει το πιο απλό πράγμα στον κόσμο, έναν καφέ με τη φίλη του; Το να συζητήσεις με κάποιον διαφορετικό άνθρωπο χωρίς να το θέλεις πραγματικά, είναι απόδειξη μη φοβικής στάσης, ή μήπως είναι η απόλυτα φοβική στάση;

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 07, 2006

Closing Time

Μένω στην πλατεία Βικτωρίας. Στην πλατεία Βικτωρίας υπάρχουν πολλά μαγαζιά, Συγκεκριμένα καφετέριες και φαγάδικα, τίποτα το ιδιαίτερα συναρπαστικό δηλαδή.

Ούτε το διεφθαρμένο ή επικίνδυνο, μιλάω πάντα για πάνω στην πλατεία.

Όταν γυρίζω από την έξοδό μου, είναι συνήθως η ώρα που κλείνουν τα μαγαζιά, ή που έχουν μόλις κλείσει.

Μου αρέσει πολύ όταν βλέπω τις σκιές δύο κοριτσιών, μάλλον σερβιτόρες, που έχουν μείνει μόνες στην καφετέρια και μιλάνε με κλειστές τις πόρτες. Διακρίνω μόνο τα μαύρα προφίλ τους. Ή τα ζευγάρια που κάθονται στα άδεια τραπέζια. Ή την κυρία με στο αναπηρικό καροτσάκι, που πίνει την τελευταία της μπύρα, πάντα με έναν συνοδό.

Όσο κι αν με στενοχωρεί τα πρωινά η παρακμή της πλατείας, γεμάτη με γόπες, περιστέρια και καπάκια μπύρας, τόσο γλυκεία μου φαίνεται αυτή η τελευταία ευκαιρία για λύτρωση που δίνει κάθε βράδυ, την ώρα που κλείνουν τα μαγαζιά.

Παρασκευή, Ιουλίου 07, 2006

Αυτοκίνητα + Επιθέσεις αυτοκτονίας = ???



Μερικές από τις αφίσες του ακροαριστερού/ αναρχικού /αντιεξουσιαστικού (κλπ. κλπ. κλπ.) χώρου που κοσμούν κατά καιρούς τους δρόμους της Αθήνας περιέχουν εύστοχα και καυστικά μηνύματα. Άλλες φορές πάλι, είναι εντελώς ανόητες. Όπως για παράδειγμα η αφίσα που παραθέτω πάνω (λίγο κομμένη, αλλά η ουσία είναι εκεί) την οποία φωτογράφησα στην Αχαρνών. Αφού τη διάβασα, ένα τεράστιο ερωτηματικό διαγράφηκε πάνω από το κεφάλι μου. Τι θέλει να πει ο ποιητής; Τι σχέση έχουν τα αυτοκινητιστικά με τις επιθέσεις των ριζοσπαστών ισλαμιστών (αυτούς υποθέτω ότι εννοούσαν όταν γράφουν για εκατομμύρια Μουσουλμάνους είναι ικανοί να πεθάνουν);

Καταρχάς, νομίζω ότι μερικές φορές ο «χώρος» χάνει το χρόνο του, κάνοντας κήρυγμα στους πιστούς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι συγγραφείς της αφίσας υποστηρίζουν ότι οι Έλληνες δεν καταλαβαίνουν γιατί είναι πρόθυμοι να πεθάνουν κάποιοι Μουσουλμάνοι. Από την εμπειρία μου νομίζω ότι οι περισσότεροι Έλληνες καταλαβαίνουν (ή νομίζουν πως καταλαβαίνουν) τις αιτίες των επιθέσεων αυτοκτονίας των Μουσουλμάνων.

Κατά δεύτερον, οι συγγραφείς συγκρίνουν δύο άσχετες καταστάσεις: Κάποιος Έλληνας που παίρνει το αμάξι του για να πάει διακοπές, δεν σκοπεύει να πεθάνει. Ενώ κάποιος Μουσουλμάνος που ζώνεται με εκρηκτικά, σκοπεύει να πεθάνει. Άρα στη μία περίπτωση έχουμε πρόθεση και στην άλλη όχι. Πέρα από το μείζον αυτό εννοιολογικό σφάλμα, να επισημάνω κιόλας τη διαχωριστική γραμμή Έλληνες-Μουσουλμάνοι που υιοθετεί η αφίσα. Υπάρχουν και Έλληνες που είναι Μουσουλμάνοι, μάλλον αυτό τους διέφυγε.

Τελευταίο και σημαντικότερο: η αφίσα προφανώς υπονοεί ότι σε αντίθεση με τους Έλληνες, οι Μουσουλμάνοι δεν οδηγούν αυτοκίνητα. Έχω επισκεφτεί δύο μουσουλμανικές χώρες, την Τουρκία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και σας διαβεβαιώνω ότι οι Μουσουλμάνοι ζουν σε πόλεις που μοιάζουν πολύ με την Αθήνα, έχουν δουλείες που μοιάζουν αρκετά με αυτές που έχουν οι Έλληνες και επίσης οδηγούν κατά κόρον αυτοκίνητα, μηχανές, τρίκυκλα και ό,τι μηχανοκίνητο φαντάζεστε. Και από ότι είχα δει στην ταινία «Θεϊκή Παρέμβαση» ακόμα και στην Παλαιστίνη, όπου οι Μουσουλμάνοι ζουν υπό ιδιαίτερα άσχημες συνθήκες, οδηγούν αυτοκίνητα (μάλιστα πολλές από τις σκηνές της ταινίας είναι επικεντρωμένες γύρω από την καθημερινή ταλαιπωρία που τραβάει ο πρωταγωνιστής όταν περνάει με το αυτοκίνητό του από τα σημεία ελέγχου των Ισραηλινών). Και είμαι σίγουρη ότι δυστυχώς (εκτός αν είναι τόσο μεγάλος ο Αλλάχ) και αυτοί πεθαίνουν στα αυτοκίνητά τους. Η υπόθεση ότι οι απανταχού Μουσουλμάνοι είναι τόσο εξαθλιωμένοι που δεν έχουν αυτοκίνητα ή τόσο εξωτικοί που καβαλάνε ακόμα καμήλες είναι αλαζονική, για να μην πω ρατσιστική. Πιστεύω ότι οι Μουσουλμάνοι δεν χρειάζονται την πατερναλιστική αγάπη κανενός, πόσο μάλλον ανθρώπων που δεν έχουν καμία επαφή με την πραγματικότητα τους.

Δευτέρα, Ιουνίου 19, 2006

Ακουστικά στην πόλη

Επειδή είμαι κάνα δίωρο την ημέρα στο δρόμο και σε μέσα μαζικής μεταφοράς, για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο και να ακούω αυτά που κατεβάζω από το soulseek, φοράω τα ακουστικά μου και παίζω τη μουσική που μου αρέσει προχωρώντας αμέριμνη (ή σαν ούφο, όπως το πάρει κανείς). Μου αρέσει πολύ που έχω το δικό μου soundtrack της πόλης. Δεν βγάζω τα ακουστικά από τα αυτιά μου ούτε όταν κάποιος μου απευθύνει το λόγο. Αυτό γιατί τώρα τελευταία όποτε μου μιλάει κάποιος άνθρωπος στο δρόμο είναι είτε για να μου ζητήσει λεφτά, είτε για να μου πουλήσει κάτι, είτε για να μου την πέσει. Αυτό που με έβαλε σε σκέψεις είναι ότι τις προάλλες συνειδητοποίησα -με κάποια καθυστέρηση- ότι η κυρία που με ρώτησε κάτι στην Ερμού και εισέπραξε ένα αδιάφορο βλέμμα για απάντηση, δεν ήθελε να μου πουλήσει κάτι, αλλά να μάθει που είναι ο Χυτήρογλου...

Ενιωσα λίγο άσχημα και σκέφτηκα να την προλάβω και να της απαντήσω ότι κι εγώ, πέρα από το "Ελάτε στου Χυτήρογλου - στο κέντρο της Αθήνας" δεν ξέρω κάτι πιο συγκεκριμένο.
Αλλά, αιωνίως αναποφάσιστη γαρ, δεν πρόλαβα να το κάνω. Και παρόλο που στενοχωρήθηκα, προτιμώ την Αθήνα με τα ακουστικά μου παρά χωρίς. Ίσως την επόμενη φορά να απαντήσω με ένα τραγούδι.