Τρίτη, Οκτωβρίου 31, 2006

Μήνυμα από το υπερπέραν

Αυτή τη στιγμή δεν βρίσκομαι εδώ. Θα επιστρέψω μαζί με τους τελευταίους μαγαζάτορες του τέλους της σαιζόν, αφού σκουπίσω προσεκτικά την βεράντα και βάλω και εγώ το λουκέτο στην πόρτα, τυλιγμένο σε πλαστικό -για να μην σαπίσει από τη βροχή. Προς το παρόν κάνω εκδρομές, περιπάτους και παίζω ατελείωτα επιτραπέζια παιχνίδια. Τόσο σκάκι, ούτε ο Κασπάροφ. Να κέρδιζα κιόλας... Για να μην πω για το τάβλι, το τουρνουά του οποίου διεξάγεται στο τώρα πιά κατάφωτο, μέχρι πριν από μερικές εβδομάδες σκοτεινό και ύποπτο άνδρο ακολασίας του χωριού.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 20, 2006

Όχι!

Τριγυρνούσα στο διαδίκτυο ψάχνοντας κείμενα για το λεγόμενο verbal abuse και πως αντιμετωπίζεται. Βρέθηκα σε διάφορα sites ψυχολογικής βοήθειας. Πάντα μου άρεσε να διαβάσω τέτοια κείμενα ή βιβλία «αυτοβοήθειας» (λέγε με και λαϊκή ψυχολογία), σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι μπορείς να αλλάξεις κάτι στον εαυτό σου. Οι περισσότεροι τα διαβάζουν, νιώθουν να τους κατακλύζει ένα κύμα αισιοδοξίας και αυτογνωσίας και μετά δεν κάνουν τίποτα. Και εγώ το ίδιο. Τα περισσότερα είναι αμφιβόλου επιστημονικής εγκυρότητας, αλλά δεν παύουν να γοητεύουν. Κάτι σαν τα ζώδια.

Τέλος πάντων, χαμένη στο δάσος της αυτοβοήθειας, πέτυχα ένα κείμενο που είχε ως τίτλο «Are you a people pleaser?». Δεν γνωρίζω πως μεταφράζεται το people pleaser, οπότε θα το αφήσω ως έχει. Στην αρχή του κειμένου είχε ένα είδος τεστ, κάποιες δηλώσεις με τις οποίες αν συμφωνούσες, σήμαινε ότι είσαι people pleaser. Οι προτάσεις ήταν:


  • Προσπαθώ να είμαι αυτό που κάποιος άλλος θέλει να είμαι
  • Φοβάμαι τα ταράξω τα νερά
  • Αποφεύγω να εκφράσω τη γνώμη μου
  • Το βρίσκω ευκολότερο να συμφωνήσω με αυτό που θέλουν οι άλλοι
  • Φαντάζομαι ένα δυνατό άνθρωπο που θα αναλάβει τη ζωή μου και θα τη βελτιώσει
  • Δυσκολεύομαι να εκφράσω αυτό που νιώθω όταν είναι διαφορετικό από αυτό που νιώθει κάποιος κοντινός μου άνθρωπος
  • Δυσκολεύομαι να πω όχι
  • Αποφεύγω να θυμώνω
  • Δυσκολεύομαι να αναλάβω πρωτοβουλίες
  • Προτιμώ να είμαι καλός παρά να εκφράζω αυτό που νιώθω
  • Θέλω όλοι να τα πηγαίνουν καλά μεταξύ τους

Φυσικά συμφώνησα με όλες τις προτάσεις. Όταν έφτασα στο τέλος, άρχισε να με λούζει κρύος ιδρώτας. Αμάν, είμαι ένας κατάπτυστος people pleaser, ένα άβουλο και άτολμο πλάσμα, ένας αδιάφορος καθρέπτης της προσωπικότητας των άλλων. Ειδικά αυτό με τη ‘φαντασίωση του δυνατού ανθρώπου που αλλάζει τη ζωή σου’ μου στοίχισε. Καλά, μέσα στο μυαλό μου είναι; Αυτή είναι η περιγραφή του άντρα των ονείρων μου! Κάποιοι φίλοι μου θα διαφωνήσουν ότι αποφεύγω να θυμώνω, αλλά αν ήξεραν μόνο πόσο φορές θυμώνω και δεν το δείχνω…

Το κείμενο συνέχιζε ότι πρέπει να εξασκηθείς να λες όχι. Πρέπει να το λες δυνατά και μόνος σου μέσα στο σπίτι, για να συνηθίσεις τον ήχο της φωνής σου να ξεστομίζει αυτή την απαγορευμένη λέξη. Εξηγούσα σε μια φίλη μου την τελευταία τρομερή ανακάλυψη που έχω κάνει για την προσωπικότητα μου και πως πρέπει να μάθω να λέω όχι. Και μου λέει η φίλη μου: μήπως πρέπει να αρχίσεις απαντώντας όχι στις προτάσεις του τεστ;

Καταπληκτικό.

Τρίτη, Οκτωβρίου 17, 2006

Lists, lists, lists

Σήμερα συνειδητοποίησα ότι κατά καιρούς είχα κατεβάσει αρκετά μεμονωμένα rnb κομμάτια ώστε να φτιάξω ένα ξεχωριστό φάκελο για να τα βάλω. Άρχισα να τα μεταφέρω λοιπόν και τα είχα βρει όλα, εκτός από ένα σουξεδάκι του 2000, το Where My Girls At, των 702 (φωνητικό συγκρότημα στο στιλ των Destinys Child, δεν ξέρω τι απέγιναν). Έψαχνα λοιπόν, έψαχνα και άκρη δεν έβρισκα. Ήμουν σίγουρη ότι το είχα. Τελος πάντων, αποφάσισα να το ψάξω με το search των windows. Έβαλα λοιπόν να ψάχνει τραγούδια με τη λέξη girl.

Οποία έκπληξη λοιπόν, όταν ο υπολογιστής άρχισε να βγάζει όλα τα τραγούδια που είχα στον υπολογιστή μου με τη λέξη girl στον τίτλο τους.

Όπως σε όλες τις λίστες τέτοιου τύπου (όσοι ακούνε Πετρίδη φυσικά καταλαβαίνουν!!), βρήκα τα πάντα: τραγούδια που δεν ήξερα ότι είχα (Freshies…ούτε που θυμάμαι γιατί το κατέβασα αυτό, δεν γνωρίζω καν το συγκρότημα), τραγούδια που δεν είχα ακούσει ποτέ (όπως αυτό του Sonny Boy Williamson I, από μια συλλογή blues με επιλογές του Martin Scorsese) τραγούδια από δίσκους που μου άρεσαν αλλά δεν είχα προσέξει (όπως το Taste the Last Girl από τους Sons and Daughters), τραγούδια που ντρέπομαι που τα έχω κατεβάσει (The Girl With The Pearl's Hair…μα πόσο ξενέρωτη είμαι!! γι’αυτό καμιά φορά ακούω κατά λάθος Radio Gold), αγαπημένα τραγούδια (The Girl Who Lives on Heaven Hill, τι ύμνος...), αναμενόμενα (My Girl, Girl from Ipanema), πρόσφατες επιτυχίες (Bird Girl, Country Girl) και φυσικά όχι που δε θα είχαν τραγούδια με τη λέξη girl οι φίλες Huggy Bear και Bikini Kill.

Κοινώς, το ψάξιμο τραγουδιών με λέξεις-κλειδιά είναι ένας ωραίος και εύκολος τρόπος να δεις τη συλλογή σου με άλλο μάτι, να εκπλαγείς ευχάριστα (και δυσάρεστα) και να συνειδητοποιήσεις τι έχεις κατεβάσει τελικά όλα αυτά τα χρόνια. Το προτείνω ανεπιφύλακτα σε χρόνιους downloaders, ειδικά σε όσους περνάνε υπαρξιακή κρίση του τύπου «βαριέμαι να ακούσω όλα αυτά που έχω κατεβάσει, αλλά συνεχίζω να κατεβάζω σαν να μην υπάρχει αύριο».

Ακολουθεί και η λίστα με τα κορίτσα, για ιστορικούς λόγους!!




Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2006

Επ’ ευκαιρία των δημοτικών εκλογών

Ποιος έχει κουραστεί να απολογείται για τη γειτονιά του; Εγώ!!

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου έπρεπε να αντιμετωπίσω ένα μπαράζ αποριών όταν απαντούσα στην ερώτηση: που μένεις;

Το αστείο είναι ότι η περιοχή που μένω είναι λίγο γνωστή-άγνωστη: λέγεται Αγγελοπούλου και βρίσκεται μεταξύ των εξής περιοχών: Κυψέλη δυτικά, Πλατεία Αμερικής βόρεια, Πλατεία Βικτωρίας νότια και Αγ. Παντελεήμονας ανατολικά. Ως αποτέλεσμα, διάλεγα κάθε φορά και διαφορετική ονομασία για την περιοχή, αλλά τα ανασηκωμένα φρύδια δεν τα γλίτωσα ποτέ. Μόνο όταν έλεγα: ξέρεις που, εκεί που είναι το Sisley στην Πατησίων, βούλωνα κάποια στόματα. Η αίγλη του Sisley μάλλον αρκούσε για να προκαλέσει ένα μίνιμουμ αποδοχής για τη γειτονιά μου.

Τι έχω ακούσει κατά καιρούς: Ότι στην περιοχή αυτή δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις μόλις νυχτώσει (ναι, δεν βγαίνω ποτέ χωρίς το ούζι μου)…ότι θέλει γκρέμισμα (πραγματικά, πόσο άσχετος μπορεί να είσαι για να θέλεις να γκρεμίσεις μια περιοχή που είναι γεμάτη νεοκλασικά και καταπληκτικές πολυκατοικίες που χρονολογούνται από το 1920 ως το 1950, δεν ξέρω)…. ότι είναι πενταβρώμικη (όσο είναι όλη η Αθήνα)… ότι είναι γεμάτη μπουρδέλα (ε, αυτό είναι λίγο αλήθεια, αλλά δεν παύει να είναι ενοχλητικό ως πρώτιστο σχόλιο για τη γειτονία σου)…. ότι είναι άσχημη (ενώ τα προάστια μας είναι τόοοοσο ωραία και συναρπαστικά)… ότι έχει φασαρία και καυσαέριο (σε αντίθεση με τα ¾ της Αττικής)…. ότι δεν έχει πράσινο (δίπλα στο Πεδίο του Άρεως, αλλά anyway)…. ότι εκεί δεν μένουν πια Έλληνες (δεν με παρατάτε λέω εγώ -σκασίλα μου ποιος μένει)… ότι εκεί μένουν οι πιο φτωχοί Ευρωπαίοι (παιδιά, μια μικροαστική περιοχή είναι, λυπηθείτε μας)…με αποκορύφωμα την απορία: μα, γιατί μένεις εκεί;

Καμία αμφιβολία ότι η Αθήνα είναι, ως επί το πλείστον, άσχημη. Δυστυχώς, η συντριπτική πλειοψηφία των προαστίων δεν εξαιρείται από αυτήν την ασχήμια. Επίσης καμία αμφιβολία ότι αυτή η γειτονιά είναι από τις ωραίες της Αθήνας, απλώς έχει ξεπέσει. Η ομορφιά είναι, βεβαίως, υποκειμενική.

Πολλά όμως από τα αρνητικά σχόλια που λέγονται, αφορούν τις πόλεις γενικότερα. Η φασαρία, η πολυκοσμία, η έλλειψη απόλυτης καθαριότητας, οι πολλές πολυκατοικίες, τα αυτοκίνητα και η ανάμειξη διαφορετικών πληθυσμών είναι ίδιον των μεγάλων πόλεων, ακόμα και των πιο ωραίων και των πιο οργανωμένων. Όσοι λοιπόν δεν μπορούν να αντέξουν τη ζωή στη μεγάλη πόλη, μπορούν να μείνουν σε ένα προάστιο ή ένα χωριό. Εγώ δεν θα τους κακίσω. Θυμάμαι και το τραγουδάκι που μαθαίναμε στο σχολείο: «Θέλω να ζω κοντά στη φύση και το Θεό/ να βλέπω κάθε ωραία δύση/ και κάθε δειλινό». Καταλαβαίνω λοιπόν. Να με αφήσουν και αυτοί όμως ήσυχη με τα υποτιμητικά σχόλιά τους. Αρκετά.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2006

Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006

The world is a stage

…and I am standing here with emptiness all around, όπως λέει και το γνωστό αγαπημένο τραγούδι.

Σε μια εβδομάδα από τώρα πρέπει να παρουσιάσω μια εργασία μου. Θα είμαι μόνη σε ένα δωμάτιο με τρεις εξεταστές, οι οποίοι υποτίθεται ότι μετά την παρουσίαση θα μου κάνουν και ερωτήσεις για την εργασία μου.

Δεν υπάρχει τίποτα που να σιχαίνομαι περισσότερο από τις παρουσιάσεις. Εντάξει, ίσως τις κατσαρίδες. Αλλά ακόμα και αυτές αντιμετωπίζονται κάπως, από τις παρουσιάσεις δεν γλιτώνεις με τίποτα. Όσες και να κάνεις, μπορεί στην πορεία να βελτιώσεις τα λεγόμενα presentation skills, αλλά από το άγχος δεν ξεφεύγεις με τίποτα.

Ακόμα και αυτή η παρουσίαση, που ουσιαστικά δεν έχει καμία σημασία και δεν θα καθορίσει τίποτα για το μέλλον μου, μου προκαλεί τρόμο. Ξυπνάω ξαφνικά το βράδυ με ορθάνοιχτα τα μάτια (ακριβώς όπως στα θρίλερ) επειδή σκέφτηκα ότι έχω ξεχάσει κάτι, ότι ίσως κάποια νούμερα δεν είναι σωστά, ότι θα με ρωτήσουν κάτι που δεν ξέρω και κοινώς ότι θα γίνω ρεζίλι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Ίσως ακριβώς το γεγονός ότι το όλο πράγμα δεν έχει καμία σημασία να μου προκαλεί ακόμα μεγαλύτερο εκνευρισμό. Ότι θα πρέπει να υποστώ μια παρωδία ακαδημαϊκής διαδικασίας, από ανθρώπους που δεν είναι καν καθηγητές σε κάποιο Πανεπιστήμιο, προκειμένου απλώς να τηρηθούν κάποια προσχήματα. Γιατί πάνω απ’όλα, είναι το φαίνεσθε.

Μέχρι να έρθει αυτή η καταραμένη στιγμή, είμαι εντελώς ανίκανη για οποιαδήποτε δραστηριότητα, πέρα από το να κάνω πρόβες και να βλέπω τηλεόραση. Μιλάμε για πολλή τηλεόραση, μέχρι και «Δύο μέρες μόνο» είδα χθες. Τι άλλο θα επακολουθήσει Θεέ μου;

Θα μπορούσα να πάω ένα ταξίδι γιατί έχω μια εβδομάδα καιρό, αλλά για κάποιο ακαθόριστο λόγο, νιώθω ότι δεν μπορώ. Ότι δεν πρέπει.

Το παρήγορο είναι βέβαια ότι οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν ακριβώς έτσι πριν από μια παρουσίαση. Μου είχε πει ένας καθηγητής Πανεπιστημίου ότι του προκαλούν τέτοιο άγχος, που σε ένα διεθνές συνέδριο, είχε κάνει λάθος την πρωτεύουσα μιας αφρικάνικης χώρας. Εντάξει, του λέω εγώ, συμβαίνουν αυτά. Ναι, μου λέει αυτός, αλλά είμαι καθηγητής Γεωγραφίας. Ουπς.

Αφού όλοι νιώθουμε έτσι, γιατί δεν καταργούμε τις παρουσιάσεις; Αν συμμετείχα ποτέ σε κάποιο κίνημα, πέρα από αυτό για την «προστασία των δικαιωμάτων των επιβαινόντων σε ταξί» (φανταστικό – θα ήθελα να το δημιουργήσω, αλλά φευ), θα ήταν η «επαναστατική κίνηση για απελευθέρωση από τις παρουσιάσεις».

ΕΚΑΠ. ΟΛΕ.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2006

Τι να ψηφίσω η γυναίκα;

Επειδή κανένας από τους υποψηφίους δε μου γεμίζει το μάτι (συγγνώμη παιδιά) και επειδή δεν έχω κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια σε κάποιο κόμμα (απλώς σε κάποια έχω μια αντιπάθεια, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία), σκέφτηκα να δω την εκπομπή του ΑΝΤ1 η οποία διαφημιζόταν ως «το πρώτο debate των υποψήφιων δημάρχων».

Ας είμαστε λοιπόν λίγο θετικοί και ας ελπίσουμε ότι από την εκπομπή θα μάθουμε κάτι για τους υποψήφιους και το πρόγραμμά τους για την Αθήνα. Ξέρω ότι μπορώ να διαβάσω τα προγράμματα και θα το κάνω, αλλά καθότι είμαι οπτικοακουστικός τύπος προτιμώ να βλέπω και να ακούω. Εξάλλου η τηλεόραση είναι ένας χώρος όπου υποτίθεται ότι διεξάγεται δημόσιος διάλογος.

Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι ένα πεδίο στο οποίο τα πράγματα είναι απτά και συγκεκριμένα, οπότε θεώρησα αφελώς ότι οι άνθρωποι θα μιλούσαν στοχευμένα και όχι με τις γνωστές αοριστίες των εθνικών εκλογών. Γεννήθηκα και μένω στο κέντρο και γνωρίζω τα προβλήματα -τώρα ακούγομαι λίγο σαν υποψήφια, ή μου φαίνεται; Τελοσπάντων, είναι από τις περιπτώσεις όπου θα μπορούσα να ψηφίσω όχι κομματικά, αλλά πραγματικά με βάση το σχέδιο του κάθε συνδυασμού για την Αθήνα.

Δεν ξέρω ποιος είδε την εκπομπή, εγώ άντεξα για μισή ώρα, σαράντα λεπτά μάξιμουμ. Όση ώρα είδα, η συζήτηση αναλώθηκε σε μικρο-παρα-πολιτικές διαμάχες, για το είχε κάνει ο τάδε όταν ήταν υπουργός, ο δείνα όταν ήταν υφυπουργός, οι άλλοι που δεν είχαν ποτέ κάποιο πολιτικό αξίωμα, κοινώς, άλλα λόγια να αγαπιόμαστε. Κουβέντα για την Αθήνα. Τι κουβέντα, κιχ. Και σε αυτό μπορώ να πω ότι έχει κάποια ευθύνη και η δημοσιογράφος, η οποία όχι μόνο δεν προσπάθησε να κατευθύνει τη συζήτηση στο ζητούμενο, αλλά μονίμως επανερχόταν στις κομματικές αντιπαραθέσεις, στα σκάνδαλα και στην πιθανότητα πρόωρων εκλογών και γενικώς περιφερόταν με ύφος αποστασιοποιημένης πυργοδέσποινας. Δεν έχω τίποτα με τη γυναίκα, αλλά έλεος. Λύγισα όταν έβγαλαν στο τηλέφωνο τον Παπουτσή που ήθελε να διαμαρτυρηθεί για κάτι που του είχε καταλογίσει ο Κακλαμάνης.

Καληνύχτα, μεταφορικά και κυριολεκτικά.


Κυριακή, Οκτωβρίου 01, 2006

Η μουσική είναι επικίνδυνη

Αυτό είπε ο Ζίζεκ στο ντοκιμαντέρ «Κινηματογραφικός οδηγός για διεσταμμένους» που είδαμε στις Νύχτες Πρεμιέρας. Αναφερόταν στο γεγονός ότι η μουσική μπορεί να χρησιμοποιηθεί για διάφορους πολιτικούς σκοπούς, θεμιτούς και μη. Το θεμιτό φυσικά ανάλογα από την οπτική γωνία του καθενός.

Η μουσική δηλαδή δεν έχει κάποια αντικειμενική, εξωτερική αξία ή κατεύθυνση πέρα από αυτή που της δίνει ο καθένας. Εξ ου και η επικινδυνότητα, ή το απρόβλεπτο, ανεξέλεγκτο της μουσικής.

Αυτό βίωσα εγώ στη συναυλία των Pearl Jam χτες, όταν τραγούδησαν το Black. Μέχρι εκείνή τη στιγμή όλα πήγαιναν καλά και ωραία, όπως ήταν αναμένομενο -και απαιτούμενο- από ένα μεγάλο συγκρότημα όπως οι Pearl Jam.

Το αναγνώρισα φυσικά από τις πρώτες νότες και περίμενα ότι απλώς θα τραγουδούσαμε όλοι μαζί άλλο ένα τραγούδι της ώριμης εφηβείας μας. Λάθος. Η προσωπική μου ιστορία με το τραγούδι με πρόλαβε. Δεν λέω κάτι ιδιαίτερα ξεχωριστό, είμαι σίγουρη για αυτό, αλλά το τραγούδι αυτό ήταν για μένα το τραγούδι του χωρισμού μου από τον πρώτο μου έρωτα. Μιλάμε για 13 χρόνια πριν και για κάποιον άνθρωπο που ως λογικό ον που είμαι, δεν σκέφτομαι καθόλου πια. Δεν ξέρω καν ποιος είναι πλέον, ή αν ζει. Τις προάλλες μάλιστα είχα συνειδητοποιήσει ότι αν τον γνώριζα τώρα, μάλλον αυτός ο άνθρωπος δε θα μου έλεγε τίποτα.

Πέραν της ψύχραιμης ανάλυσης του τώρα, τότε αυτή η κατάσταση με είχε διαλύσει. Και χωρίς μελοδραματισμούς, σίγουρα δεν έχω ξανανιώσει έτσι, απλώς μετά από κάποια χρόνια, έμαθα να ζω με αυτό. Δηλαδή κάποιοι άνθρωποι (όλοι;) ερωτεύονται τρελά μόνο μια φορά στη ζωή τους. Έξαλλου αυτά τα έντονα συναισθήματα δεν κρατάνε, αν συνέχιζε η σχέση θα γινόμασταν άλλο ένα βαρετό ζευγάρι, όλα τα γνωστά παρηγορητικά. Που φυσικά πρέπει να τα πιστέψουμε, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να ζούμε. Και που φυσικά τα έχω πιστέψει και εξακολουθώ να τα πιστεύω.

Εκτός από όταν άρχισε το Black και ξαφνικά ένιωσα ακριβώς όπως τότε. Δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας βεβιασμένης προσπάθειας να ταξιδέψω στο παρελθόν και να βυθιστώ σε αναπολήσεις, με μια γλυκειά μελαγχολία ολούθε. Ήταν ένα συναίσθημα τόσο παλιό και γνώριμο, τόσο φυσικό, ακριβώς σαν τους στίχους ενός αγαπημένου τραγουδιού, που επανέρχονται ένας προς έναν, χωρίς να θυμάσαι καν πιο είναι το τραγούδι. Ήταν ένα συναίσθημα που ήταν πάντα εκεί, που είναι πάντα εκεί. Ήμουν πάλι στο δωματιό μου, έπαιζα το δίσκο και έκλαιγα μέχρι θανάτου. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι είχα στερηθεί αυτή την ευτυχία. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι κάποιος μου έχει δείξει ότι μπορούσα να είμαι ανέλεμελη και ερωτευμένη για να το πάρει τόσο άδικα πίσω. Και άρχισα να κλαίω στη μέση της συναυλίας. Κάτι που παρεπιπτόντως σιχαίνομαι να κάνω. Γενικώς, όχι μόνο σε συναυλίες. Δεν μπορούσα να σταματήσω. Σκεφτόμουν, γιατί τώρα αυτό, τόσα χρόνια μετά; Γιατί είναι τόσο βίαιο; Γιατί δεν μπορώ να το ελέγξω;

Γι’αυτό είναι επικίνδυνη η μουσική.